Σάββατο 7 Ιουλίου 2012
Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011
Καινούρια Παράθυρα Δρόμου


Σε λίγες μέρες θα κυκλοφορεί στους Δρόμους της Πάτρας και της Αθήνας το τρίτο τεύχος του Παράθυρου Δρόμου. Σε κάθε πόλη το τεύχος θα είναι διαφορετικό. Στο Παράθυρο Δρόμου της Πάτρας φιλοξενούμε τους Αναστάση Καρατζά, Άτη Σολέρτη, Μαρία Δασκαλάκη, Δημήτρη Νίκου, Ευαγγελία Σολωμού και Θεόδωρο Πανάγο. Φωτογραφικό κολάζ: Άννα Νιαράκη με φωτογραφίες της ίδιας, του Τάκη Γραμμένου και του Swadesh Misra. Γραφιστική επιμέλεια Alex Ray.
Στο Παράθυρο Δρόμου της Αθήνας φιλοξενούνται οι Αθανασία Κρατημένου, Βάιος Καλογριάς, Νίκος Βουτυρόπουλος, Ειρήνη Σουργιαδάκη, Κατερίνα Παπαδοπούλου. Επιμέλεια ύλης Γιάννης Ζελιαναίος, γραφιστική σχεδίαση S / Teclo.
περισσότερα για το Παράθυρο Δρόμου ΕΔΩ
Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010
Εγγονόπουλος - Πουλικάκος - Socos...Η Ύδρα Των Πουλιών (puzzlemusic records)
Νέα περί του θανάτου του ισπανού ποιητού Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στις 19 Αυγούστου του 1936 μέσα στο χαντάκι του Καμίνο Ντε Λα Φουέντε
…una accion vil y disgraciado.
η τέχνη κι η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:
η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε
να πεθάνουμε
περιφρόνησις απόλυτη
αρμόζει
σ’ όλους αυτούς τους θόρυβους
τις έρευνες
τα σχόλια επί σχολίων
που κάθε τόσο ξεφουρνίζουν
αργόσχολοι και ματαιόδοξοι γραφιάδες
γύρω από τις μυστηριώδικες κι αισχρές συνθήκες
της εκτελέσεως του κακορρίζικου του Λόρκα
υπό των φασιστών
μα επί τέλους! πια ο καθείς γνωρίζει
πως
από καιρό τώρα
- και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα -
είθισται
να δολοφονούν
τους ποιητάς
από την ποιητική συλλογή του Νίκου Εγγονόπουλου
«ΕΝ ΑΝΘΗΡΩ ΕΛΛΗΝΙ ΛΟΓΩ», 1957
Πενήντα τρία χρόνια πριν, ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές, που στην αρχή του τον «πυροβόλησε» τούτος ο τόπος, έγραφε αυτό το ποίημα για να ‘ρθει να κάτσει παρακαταθήκη στα σακάτικα χρόνια που λογίζουν το σήμερα. Σ’ ένα σήμερα που οι φυλλάδες, οι γραφιάδες και οι δημόσιοι υπάλληλοι της κουλτούρας, παρουσιάζουν ως ποίηση κάτι κουράδες επιπλέοντες και μουσική κάτι εφήμερα ζωντόβολα με υπολογιστές, που τη μια μέρα είναι αφιέρωμα σε πουστοφυλλάδες πρόστυχες και την άλλη σαλιασμένο κρέας σε μπάρα ψοφιμιού με λόγια ανικανότητας. Επειδή όμως πάντα η εισαγωγή έρχεται να εξυπηρετήσει την κατακλείδα, έχε λιγάκι υπομονή…τα καλύτερα έπονται.
Εν έτη 2010 υπάρχει ποίηση στην Ελλάδα, μα όχι αυτή η μασημένη. Υπάρχουν πάνω απ’ όλα νέα παιδιά που γράφουν ασταμάτητα, που ανοίγουν δειλά ένα ιστολόγιο, ποστάρουν τα κιτάπια τους, έχουν στο μυαλό τους κάπως τους ποιητές και τη δουλειά τους, φοβούνται και χάνονται στον τρόμο. Τα καλύτερα ποιήματα τα τελευταία χρόνια τα ‘χω διαβάσει σε blogs και τα χειρότερα σ’ εφημερίδες που πεθαίνουν και δεν το ξέρουν. Διότι όλοι βαστιόνται απ’ το δάχτυλο της Δημουλά και δεν πάει η μασέλα παραπέρα. Διότι αγαπητέ μου free press τύπε, οι μέρες της αφθονία σου είναι μετρημένες και την ημέρα που η κωλότσεπή σου δεν θά ‘χει δέκα ευρώ για να χαζογελάσει με ηλίθια αστεία, θα γλείψεις και πάλι τον κώλο της τηλεόρασης για να σωθεί ο δικός σου. Όλα κάνουν τον κύκλο τους, όλα, τίποτα δεν ξεφεύγει. Ο μέγας Εγγονόπουλος ένα ποίημα πριν κλείσουν οι σελίδες του «ΕΝ ΑΝΘΗΡΩ ΕΛΛΗΝΙ ΛΟΓΩ», γράφει στην «Κλέλια ή μάλλον το ειδύλλιον της Λιμνοθάλασσας ΙΙ»:
μην κλαις – μην κλαις καλή –
τις μέρες που περάσαν :
είτανε – να το ξέρης – δώρο των θεών
Κάπου εκεί αρχίζει η Ύδρα των Πουλιών όπως την δραματοποίησε ο Πουλικάκος και της έβαλε μουσικό πανωφόρι ο Socos. Κάπου εκεί αρχίζει το καλύτερο ελληνικό album της χρονιάς κι εννιά ποιήματα μετά θα έρθει να τελειώσει.
Τα όργανα τρίζουν και στριγκλίζουν, βουτάνε σε καμβάδες μουσικούς και μπογιατίζουν αλλοπρόσαλλα λόγια μιας γλώσσας που ο Εγγονόπουλος της έφαγε ακόμα και το μεδούλι. Χρησιμοποίησε όλη την ιστορία της, έβαλε υπαρκτά και ανύπαρκτα πρόσωπα μέσα της, καταβαράθρωσε το χαρτί, εικονοποίησε τα λόγια του με πίνακες, τα ‘σκισε όλα για την δικιά του ευχαρίστηση κι άφησε την τελευταία μεγάλη ροκ περσόνα να τ’ απανθίσει και να ρημάξει.
Ο αγαπημένος ποιητής του Δημήτρη Πουλικάκου, του θείου Νώντα, του Μήτσε όπως τον αποκαλούν πια οι φίλοι, διάλεξε ίσως τα πιο ερωτικά ποιήματα που έγραψε ο Εγγονόπουλος. Η Ύδρα των Πουλιών είναι κάτι σαν τ’ αγαπημένα εν μέρη του ερμηνευτή. Ξεσκαρταρισμένα από πέντε ποιητικές συλλογές και με την βάφτιση του τίτλου, ευλογημένη απ’ την «Επιστροφή των Πουλιών» του 1946, ζεύει έναν δίσκο που κινάει και στέκει στο ύψος του κλασικού. Ο Socos, μουσικός μ’ αντίληψη και αγνώμων στην δουλειά του ποιητή, (όπως ο ίδιος έχει δηλώσει), πήρε τις απαγγελίες του Μήτσε και μουσικόραψε θαύματα. Θέλει άντερα να φορέσεις μουσική στον Εγγονόπουλο, δεν είχε ξαναγίνει ως ολοκληρωμένο έργο, κι αυτό είναι που κάνει τούτον τον δίσκο διαολεμένα άγριο. Το σέβας, το θράσος, η αγνωσιά, το γήρας ενός σφυρίγματος, τα έγχορδα που τρομοκρατούν το ξυράφι, η λεπίδα πάνω στο αμόνι, η κιθάρα που θωπεύει τη φτερούγα, ο έρωτας που λυσσάει απ’ τα γυαλιά του κυρίου Νίκου, το μουσικό κι εύμορφο, τηκόμενο, σουρεαλιστικό σκοτάδι. Ο Μήτσε από την άλλη ξέρει να διαβάζει, όχι απλά ξέρει, αλλά γίνεται το ποίημα, ο ποιητής, η γραμμή που αλλάζει στροφή, η ανάσα που γεννάει τον άρτο, η βραχνάδα που ξέρει τις σιωπές, το σάλιο που πεθαίνει στην λέξη, μια ικμάδα αναγνωστικής περιφοράς που σκίζει τα λόγια σάματις να τα φαντάστηκε κάπως έτσι ο ποιητής. Στο ποίημα που κρεμάει και την μαρκίζα του άλμπουμ, (Η Ύδρα των πουλιών), η ερμηνεία και η μουσική συνθέτουν ένα ερωτικό ξομολογητάρι που κυλάει σιγά σιγά προς την απόλυτη παράδοση. Σ’ έναν μουσικό άνεμο που αναρωτιέται τι σκατά γίνεται όταν τα πάντα φεύγουν και πάνε κατ’ ευχήν καθώς η φωνή σβήνει εκεί που δεν φτάνει. Ο τρόμος μουσικά ξυπνάει σαν απειλητικό τέρας στην «Κλέλια ή μάλλον το ειδύλλιον της Λιμνοθάλασσας Ι», με τον Πουλικάκο να ψιθυρίζει σε αυτί γυναικείο, στην απόλυτη γυναίκα, ο Socos μουσικοποιεί τις ανατριχίλες που προκαλεί το ρίγος και σαν εραστής δυνάστης ο ερμηνευτής αφήνει τον μουσικό να πράξει την τέχνη του. «Με εμπνέουν οι ρώγες των μαστών σου», γράφει ο Εγγονόπουλος κι ένα διαολεμένο τσέλο έρχεται να κατασπαράξει τα πάντα. Και μετά… μετά η ανάμνηση της «Πολυξένης», το μύνημα του Ντάντε Γκαμπριέλ Ροσσέτη, του Isidore Ducasse και του Παναγή του Κουταλιανού, μέσα από την πρώτη ποιητική συλλογή του Εγγονόπουλου με τίτλο: «Μην ομιλείτε εις τον οδηγό». «Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής», που χτυπάνε και μετά αγοράζουν την νύχτα για μια στιγμή και οι πανκ ροκ διαθέσεις των δημιουργών έρχονται να τα πάρουν ποτάμι όλα. Ο Πουλίκας γρυλίζει, ο Socos ραπίζει. Οι κιθάρες πάνε κι έρχονται σε τραγούδι για headbanging, σε κομμάτι που έχει στίχο, γιατί τον στίχο τον έχει γράψει ποιητής κι όχι παιδαρέλι που στήνει λέξεις. Άληστη ραφή μουσικής και στίχου, κάτι που έρχεται να γινατώσει και τα «Όρη της Μυοουπόλεως», καθώς οι τρελές παρθένες ενώνονται μέσα σε δάση και σε δέντρα και όλα κοχλάζουν σ’ ένα όργιο που κρύβει εφιάλτη για να ξυπνήσει με προσευχή σε στασίδι πρόσχαρο. Κάπως έτσι τελειώνει και κάπως αλλοπρόσαλλα σαν δαιμονισμένο ξαπλώνει στο κρεβάτι «Το Καράβι του Δάσους». Κι όταν λέω δαιμονισμένο γράφω πως κάποιος έχει μπει μέσα σε κάποιον άλλον και λέει αλαφιασμένα πράγματα, που εξηγούνται απλά καθαγιασμένα κι ευλαβικά. Διότι η σύζυγος του ιταλού πυροτεχνουργού, μαζεύει, προσέχει και δεν αφήνει την παράγκα να τιναχτεί στον ουρανό. Ο Αλεξόπουλος καλεσμένος στην παρέα, τοποθετεί τα έγχορδά του, ρίχνει χαλί πανώριο στην ερωτική ιστορία «Περί ύψους», και κλείνει τα πράγματα με τον πιο ήσυχο τρόπο.
Κάπου σε μια γωνιά ο κύριος Εγγονόπουλος γελάει όταν ακούει τον δίσκο που θα έπρεπε να κυκλοφορήσει σε πεντακόσια γαμημένα αριθμημένα αντίτυπα για να το αγοράσουν πεντακόσιοι γαμημένοι αριθμημένοι εραστές. Αυτό μάλλον δεν θα γίνει. Η ελληνική μουσική σήμερα είναι σαν το σκυλί που γαβγίζει μα δεν δαγκώνει, η ποίηση ξεχασμένη και μόδα που σέρνεται σε κώλους που κοιτάν τα πράγματα από μακριά. Η ποίηση μαζί με τη μουσική είναι το σπέρμα που χύνεται στην μήτρα όπως συνέβαινε κάποτες κι όλα αυτά χάθηκαν. Η ποίηση είναι η ανώτερη τέχνη και η μουσική αυτή που την παίρνει απ’ το χέρι για να την γνωρίσει στον κόσμο. Απλά η μόνη διαφορά είναι πως πάντα ο ποιητής θα ντρέπεται κι ο μουσικός θα σπέρνει!
«Άν η ζωή μου είναι αφιερωμένη στη ζωγραφική και στην ποίηση, είναι γιατί η ζωγραφική και η ποίησις με παρηγορούν και με διασκεδάζουν. Έτσι και τότε, παρ’ όλη την απογοήτευσή μου, εξακολουθούσα αννελιπώς να ζωγραφίζω, «να γράφω»* ποιήματα».
Νίκος Εγγονόπουλος
*Τα ποιήματα τα ζει κανείς, δεν τα «γράφει».
Παρασκευή 22 Οκτωβρίου 2010
Λόγοι του Μέλλοντος (2019 μ.χ.)
Βαθύτατα συγκινημένος, παίρνω το τιμητικό βραβείο από την … και ευχαριστώ θερμά το Δ.Σ. και τον Πρόεδρο κ. … Έπραξα μόνο το καθήκον μου ως Χριστιανός, Φιλεύσπλαχνος, Φιλάνθρωπος, νομοταγής πολίτης και πάνω απ’ όλα ως άνθρωπος.
Με συγκινεί η αγάπη του πνευματικού αυτού φορέα που και η δική μας είναι αμοιβαία και χαίρομαι ιδιαίτερα που το πνεύμα της αλληλεγγύης και φιλαλληλίας υπάρχει και πρέπει να υπάρχει μεταξύ Αδελφών Ενώσεων και Σωματείων που οι επιδιώξεις, οι στόχοι και τα ιδανικά είναι ταυτόσημα και συγκλίνουν στην πνευματική ανύψωση, διατήρηση και πρόοδο του σύγχρονου εγχώριου πολιτισμού. Η ενότητα, η αγάπη και η συνεργασία μας πάντοτε είναι ευοίωνοι παράγοντες ενώ η διχόνοια και η αλληλοεξόντωση φέρνει κακό μεγάλο σε κοινωνίες, στους ανθρώπους και στον τόπο μας.
Ή …σαν πνευματικός φορέας αποτελείται από αξιόλογους Ζωγράφους, σιωπηλούς ποιητές.
Για την βράβευσή μου τους ευχαριστώ όλους και για την επαινετή προσπάθειά τους με την αποψινή εκδήλωση απονομής βραβείων, επαίνων και διακρίσεων σε όλους όσους το αξίζουμε.
Εκτός προγράμματος αφιερώνω ένα μικρό ποίημά μου.
ΛΟΓΟΚΡΙΘΗΚΕ
(το ποίημα)
από το fanzine Ελπίζω Χωρίς Ελπίδα, τεύχος # 1, Σεπτέμβρης του 1995
το κείμενο ανυπόγραφο, αλλά υποπτεύομαι ‘κείνο το «κάθαρμα», τον εκδότη του απ’ το Συκούριο της Λάρισας να το ‘χει γράψει, τον Βασίλη τον Σαμαρά, που κάποτε υποσχεθήκαμε να πιούμε μαζί πορτοκαλάδες ανακατεμένες με βότκα…
...ποτέ δεν έγινε…
Υπέροχη εποχή των fanzines. Κάπου ΕΔΩ υπάρχει μια μεγάλη προσπάθεια να μαζευτούνε όλα, όποιος πιστός ας κοινωνήσει κι ας βοηθήσει τα παιδιά…
Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010
Το Παράθυρο Δρόμου

ένα free press περιοδικό τοίχου κάνει την εμφάνισή του στην Πάτρα. Ηθικοί αυτουργοί οι Άννα Νιαράκη, Έλενα Λαμπροκωστοπούλου, Νίκος Κονδύλης και Γιάννης Πλιώτας.
Το Παράθυρο Δρόμου είναι ένα εναλλακτικό περιοδικό το οποίο φιλοξενεί πρωτότυπα ποιήματα, λογοτεχνικά κείμενα, φωτογραφίες, εικαστικά. Σαν στόχο έχει να αποτελέσει έναν καμβά έκφρασης καλλιτεχνικών ανησυχιών.
Το στήσιμό του, σε μέγεθος αφίσας , το καθιστά αυτόματα ένα Παράθυρο στον τοίχο που το φιλοξενεί, ένα μικρό παράθυρο στην τέχνη.
Κάθε τεύχος θα φιλοξενεί πρωτότυπες δουλειές καλλιτεχνών που επιθυμούν να συμμετέχουν και το γραφιστικό στήσιμό του θα το αναλαμβάνει διαφορετικός γραφίστας κάθε φορά. Όποιος ενδιαφέρεται να προβάλλει τη δουλειά του και τις ιδέες του ευπρόσδεκτος.
Θα το βρείτε αναρτημένο σε βιβλιοπωλεία, μπαράκια, αγαπημένα στέκια, στάσεις λεωφορείου και φυσικά στο δρόμο, δίπλα από άσχημες αφίσες.
Εάν πιστεύετε ότι οι τοίχοι του σπιτιού σας χρειάζονται ένα τέτοιο παράθυρο, είσαστε ελεύθεροι να το ξεκρεμάσετε και να το πάρετε μαζί σας!
Παρατηρήσεις, σχόλια, συμμετοχές, επικοινωνία στο email parathyrodromou@gmail.com.
Τέλος, θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τους φίλους μας από την Ινδία, και ειδικά τους Subhankar Das και Swadesh Misra, το περιοδικό των οποίων Graffiti Kolkata Broadside αποτέλεσε την αφορμή για την υλοποίηση μιας ιδέας που από καιρό γυρνούσε στα κεφάλια μας!
Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2009
The Cat Piano
The Cat Piano from PRA on Vimeo.
Σε μια μιαρή πόλη όπου οι γάτες πάντα τραγουδούν, ένας μοναχικός beat γάτα ποιητής ερωτεύεται την ντίβα τραγουδιάρα γάτα με το λευκό φόρεμα! Όταν μια σκοτεινή και μαύρη φιγούρα πιο βαθιά κι απ’ το σκοτάδι ξεπροβάλει απ’ το όχι και τόσο πουθενά απαγάγοντας την τραγουδίστρια της πόλης για τα σατανικά του μουσικά σχέδια ο ποιητής καλείτε να σώσει την μούσα του και να βάλει τέλος στις ανόσιες νότες που απειλούν την πόλη!
Ένα ολάκερο ποίημα του Eddie White απαγγελμένο από τη φωνή του Nicholas Edward Cave γίνεται το απόλυτο noir animation. Έμπνευση του σκηνοθέτη για τον χαρακτήρα του beat γάτα ποιητή υπήρξε ο Jack Kerouac ενώ το ποίημα και η ατμόσφαιρα γαλουχήθηκαν πάνω στα στοιχειά που μάζευε κάποτε ο Edgar Allan Poe.
The Poem by Eddie White
Long ago my city’s luminous heart, beat with the song of four thousand cats.
Crooners who shone in the moonlight mimicry of the spotlight.
Jazz singers. Hip cats that went ‘Scat!’
Buskers with open-mouthed hats hungry for a feed.
Parlours paraded purring glamorous songstresses.
Smoky hookahs and smoking hookers.
Strays strummed string and sung a cocktail of cat’s tails.
A decadent party of meowing sound.
A bohemian behemoth, post-midnight soiree.
Amongst the chorale ‘o tuneful ones was one fair queen who drew me from o’er the way.
Her fur, an amorous white and a voice that made all the angels of eternity sound tone deaf.
Blind with love at first sight, touched by the taste of her sound,
I longed to be the microphone she cradled near her breast.
‘Twas our Shang-ri-la of sound,
A paradise found where nothin’ could stop us.
Or so it seemed.
Singers began to vanish like sailors lost at sea.
Snatched from stage alley way
Into thin air they disappeared without a single cry.
Police study the clues.
Foot-prints from human shoes.
So you’ve heard of every instrument but?
Torn from your history books is this pianola,
This harpsichord of harm.
The cruellest instrument to spawn from man’s grey cerebral soup.
The Cat Piano.
Confined were the cats in a row of cages.
With each note struck upon it’s ivory tusks,
A sharpened nail would pierce each cat’s tail,
Forcing a note from each pitch on the scale.
I ran my cursed writer’s run to tell her beware.
She wasn’t there.
My soul capsized.
Like a fish, paralysed.
On a chopping board, its spinal cord ripped forth from its body,
Her vocals the last the thief had needed,
A rare celestial pitch that would complete his collection.
The city in unrest.
Fights broke out in its sleep.
I couldn’t dream anymore.
There was a hole in my heart and everything fell out of it.
All music forbidden.
Keep your lullabies hidden.
And your A and E minors off the street after dark.
My town grew cold and bitter.
In icy hibernation was the once thumping heart.
Now seizing up.
Freezing up.
Katzenklavier.
The torturous worm of sound burrowed deep into my ears.
Le Piano du chat
I thought of Van Gogh.
Neko Piano.
I’d put an end to this incessant, inescapable drone.
Mao Gang Qin
I enlisted an army of the brave and I their general declared war.
Poised with tooth and fire in paw.
We would finally settle this musical score.
Eyes with fierce intent that glowed.
Through tempestuous waters we rowed.
Storming the shores,
Swarming in scores,
Scaling its walls with well-sharpened claws,
We invaded the tower through all its doors.
Up the winding stairs,
To meet him with blinding stares.
There he sat.
The organ grinder.
He turned, we pounced, we scratched and bit.
He stumbled.
Fell through the window.
Screaming into the indigo waters below.
We freed the chain gang from their jail.
Cremated the piano.
And for home we set sail.
The city had reclaimed its vestal muse.
It would live again.
Beat again.
Cats would sing in the street again.
And I in anonymity as I had been long before this soliloquy,
Could sit and listen from afar.
The Cat Piano, now a healed over wound.
And this ode its fading scar.
Κυριακή 3 Αυγούστου 2008
Bruce Davidson
Παρασκευή 27 Ιουνίου 2008
Κυριακή 15 Ιουνίου 2008
Dada Magazine (1917-1918)
Attempting to promulgate Dada ideas throughout
While the first two issues of Dada (the second appeared in December 1917) followed the structured format of Cabaret Voltaire, the third issue of Dada (December 1918) was decidedly different and marked significant changes within the Dada movement itself. Issue number 3 violated all the rules and conventions in typography and layout and undermined established notions of order and logic. Printed in newspaper format in both French and German editions, it embodies Dada's celebration of nonsense and chaos with an explosive mixture of manifestos, poetry, and advertisements‹all typeset in randomly ordered lettering.The unconventional and experimental design was matched only by the radical declarations contained within the third issue of Dada. Included is Tzara's "Dada Manifesto of 1918," which was read at Meise Hall in
Dada: the abolition of logic, the dance of the impotents of creation; Dada: abolition of all the social hierarchies and equations set up by our valets to preserve values; Dada: every object, all objects, sentiments and obscurities, phantoms and the precise shock of parallel lines, are weapons in the fight; Dada: abolition of memory; Dada: abolition of archaeology; Dada: abolition of the prophets; Dada: abolition of the future; Dada: absolute and unquestionable faith in every god that is the product of spontaneity.
With the third issue of Dada, Tzara caught the attention of the European avant-garde and signaled the growth and impact of the movement. Francis Picabia, who was in
Dada 3 has just arrived. Bravo! This issue is wonderful. It has done me a great deal of good to read in
Dada 4-5, printed in May 1919 and also known as Anthologie Dada, features a cover designed by Arp, a frontispiece by Picabia, and published work by André Breton, Jean Cocteau, and Raymond Radiguet. This issue also includes Tzara's third Dada manifesto and four Dada poems Tzara called "lampisteries." Design experiments continue in this issue with distorted typography, lettering of various sizes and fonts, slanted print, and multicolored paper.
Issue 4-5 of Dada was the final one Tzara published in
πηγή UBU WEB


































