Τρίτη 17 Ιουνίου 2014
Bloom…
Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013
Pinterισμοί
Τρίτη 21 Αυγούστου 2012
Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων (απόσπασμα)
Τρίτη 14 Αυγούστου 2012
Lydia Lunch / Thanatopsis
Lydia Lunch / Thanatopsis video download
Παρασκευή 22 Ιουνίου 2012
The Rum Diary
"Ρε κορόιδο", είπα. "Δεν υπάρχει ανταμοιβή, ποτέ δεν υπήρχε".
Τρίτη 31 Μαΐου 2011
John Fante...Ρώτα τον Άνεμο (απόσπασμα)
Όμως ο τρόπος μου δεν ήταν φαίνεται αυτός που έπρεπε και της έξυνα την πληγή της, ήταν χωμένη βαθιά μέσα στην κόλαση που η ίδια είχε φτιάξει, τόσο μακριά από μένα που έφτανε μόνο ο αντίλαλος της φωνής μου και μεγάλωνε το χάσμα. Έκανα προσπάθεια να μιλήσω μαζί της για τελείως διαφορετικά πράγματα, σκέφτηκα να την κάνω να γελάσει με τις δικές μου έμμονες ιδέες. Κοίτα δω, κυρά μου, τον Αρτούρο Μπαντίνι, έχει κι αυτός τις βίδες του! Και τράβηξα κάτω από το μαξιλάρι το σκουφάκι της Καμίγια με τη φούντα.«Κοίτα δω, κυρά μου! Κι εγώ έχω τα δικά σου σκατά. Και ξέρεις, κυρά μου,τι κάνω; Παίρνω αυτό το μαύρο σκουφάκι μαζί μου στο κρεβάτι και του λέω: σ’ αγαπώ, ω, πόσο σ’ αγαπώ, μικρή μου πριγκηπέσα!» Και ύστερα απ'αυτό της είπα κι άλλα. Αχ, όχι ότι ήμoυνα κανένας άγγελος· κι η δική μου ψυχή είχε τα πάνω της και τα κάτω της· μη νιώθεις, λοιπόν, ότι είσαι μόνη, κυρά μου: γιατί έχεις πολλούς για συντροφιά· έχεις τον Αρτούρο Μπαντίνι που έχει τόσα και τόσα να σου διηγηθεί. 'Ακου κι αυτό εδώ: ξέρεις τι έκανα μια βραδιά; Ο Αρτούρο εξομολογείται τα πάντα: ξέρεις, λοιπόν, τι φοβερό έχω κάνει; Κάποια νύχτα πέρασε μπροστά μου μια γυναίκα που ήταν πολύ όμορφη γι'αυτό τον κόσμο, μέσα σ' ένα σύννεφο από αρώματα, δεν μπόρεσα να το αντέξω, δεν έμαθα ποτέ ποια ήταν, μια γυναίκα με μια κόκκινη αλεπού στους ώμους κι ένα καπελάκι, κι ο Μπαντίνι ξεχύθηκε πίσω της, γιατί ήταν πιο όμορφη κι απ' το πιο όμορφο όνειρο, την είδα λοιπόν που μπήκε στο Μπέρνσταϊνς Φις Γκρόττο και την κοίταζα μαγεμένος μέσα από τα τζάμια των ενυδρείων που κολύμπαγαν βατράχια και πέστροφες, την κοίταζα που έτρωγε μόνη της. Κι όταν τελείωσε κι έφυγε, ξέρεις τι έκανα, κυρά μου; Άκου, λοιπόν, και σταμάτα να κλαις γιατί δεν έχεις ακούσει ακόμη τίποτε, είμαι άθλιος, κυρά μου, κι η καρδιά μου είναι πιο μαύρη από κατράμι: εγώ,λοιπόν, ο Αρτούρο Μπαντίνι, μπήκα κατευθείαν μέσα στο Μπέρνσταϊνς και κάθισα στην ίδια ακριβώς καρέκλα που καθόταν εκείνη κι ανατρίχιαζα από ευχαρίστηση καθώς έπιανα με τα δάχτυλά μου την πετσέτα που εκείνη είχε σκουπιστεί και τότε είδα εκείνο το αποτσίγαρο με ίχνη από κραγιόν των χειλιών της επάνω, ξέρεις, λοιπόν, τι έκανα, κυρά μου; Εσύ και τ' αστεία μικροπροβλήματά σου, το έφαγα το αποτσίγαρο, το έκοψα σε μικρά κομματάκια, καπνό, χαρτί, όλα και τα κατάπια και είχε καλή γεύση, έτσι ένιωθα γιατί εκείνη η γυναίκα ήταν πανέμορφη και κει δίπλα στο πιάτο ήταν ακουμπισμένο το κουτάλι και το 'χωσα στην τσέπη μου και σε κάθε ευκαιρία το βγάζω από την τσέπη και το χώνω στο στόμα μου, γιατί, γιατί ήταν πανέμορφη. Έρωτας με το μέτρο, λοιπόν, μια ηρωίδα που δε στοιχίζει τίποτε, τελείως τσάμπα, ολόκληρη για τη μαύρη σαν καλιακούδα καρδιά του Αρτούρο Μπαντίνι. Μην κλαις λοιπόν, κυρά μου, κράτα τα δάκρυά σου για τον Αρτούρο Μπαντίνι, γιατί αυτός έχει τα μεγάλα προβλήματα, τις πραγματικές σκοτούρες κι ακόμη δε σου έχω πει τίποτε, θα μπορούσα να σου μιλήσω για κείνη τη νύχτα στην αμμουδιά με τη μελαχρινή πριγκίπισσα, για το κορμί της που δε μου έλεγε τίποτε, για τα φιλιά της που ήταν πεθαμένα λουλούδια, χωρίς άρωμα, στον κήπο του δικού μου πάθους.
Όμως εκείνη δεν έδινε καμιά προσοχή σ' αυτά που έλεγα, σηκώθηκε παραπαίοντας απ' το κρεβάτι και ρίχτηκε στα πόδια μου εκλιπαρώντας με να της πω ότι δε με αηδιάζει.
«Πες μου!» έλεγε μέσα σ' αναφιλητά και λυγμούς «πες μου μόνο ότι είμαι κι εγώ ωραία όπως οι άλλες γυναίκες».
«Μα και βέβαια είσαι! Είσαι στ' αλήθεια πανέμορφη!»
Μετάφραση Τέος Ρόμβος
Εκδόσεις Απόπειρα
Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2008
James Joyce μέρος δεύτερο
Κάποια στιγμή και πριν από χρόνια, είχα ρωτήσει έναν παρελθοντικό φίλο και ποιητή γιατί κάποιος δεν είχε τολμήσει να μεταφράσει στα ελληνικά το Finnegans Wake. Σπουδαίος μεταφραστής αγαπημένων βιβλίων ο ίδιος, μου είχε απαντήσει πως το συγκεκριμένο έργο δεν μεταφράζεται με τίποτα κι οποιοσδήποτε το τολμούσε ήταν σίγουρο πως το Ιρλανδέζικο κύκνειο ονειρόδραμα του Joyce θα έπεφτε πάνω του σαν εφιάλτης για τα επόμενα εναπομείναντα χρόνια της ζωής του. Η αλήθεια είναι πως κατά καιρούς έκανα διάφορες μάταιες απόπειρες να διαβάσω το βιβλίο μα τα φτωχά, για τέτοιου είδους έργα, αγγλικά μου με στρίμωξαν στην γωνιά αφήνοντάς με σαν μικρό παιδί να κατατρέχω σε λεξικά και βοήθειες. «Άστο να πάει», σκέφτηκα, εδώ έκανες δυο βδομάδες να συνέρθεις απ’ την μεγαλοσύνη του Οδυσσέα, που πας τώρα να δοκιμάσεις διακεκομμένες περπατησιές σε αμπελοχώραφα που δεν τα συνηθίζεις; Η προσπάθεια τελείωσε πριν από χρόνια μέχρι να έρθει μια ξεχασμένη ταινία μέσα στην προηγούμενη άνοιξη να μου θυμίσει το Ξύπνημα του Finnegan!Ο James Joyce ξεκίνησε να συγγραφεί το Finnegans Wake κάπου εκεί στο 1923, του είχε δώσει τον τίτλο «Έργο εν προόδω». Έμελλε να ολοκληρωθεί 16 χρόνια μετά, λαβαίνοντας το άγιο λάδι στην προμετωπίδα του με τίτλο: Finnegans Wake. Ο φίλος του Samuel Beckett, στηρίζει τον Finnegan με διάφορες κριτικές στα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής μα οι λοιποί γραφιάδες – κριτικοί ορίζουν αρνητικές, φιλολογικές κι ανέπνευστες αράδες, ξέπνοες παντελώς με την παραληρηματική και λογοπαιχνιδιάρικη γραφή του Joyce. Όποιος έχει τα κοχόνας και την άψογη κατοχή της γλώσσας, ας δοκιμάσει να διαβάσει ολάκερο το Ξύπνημα, όποιος όχι, ας πάμε σε μια ξεχασμένη ταινία που σινεματογραφήθηκε πριν από 43 χρόνια!

Το 1965 η Mary Ellen Bute, γνωστή μέχρι τότε (αλλά και μετέπειτα) με τα ψυχεδελικά της animation, δοκιμάζει να μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη το Finnegans Wake. Η ταινία ονομάζεται Passages from James Joyce's Finnegans Wake, οδηγείται στις Κάννες και αποσπά το βραβείο ως best debut film! Οι κριτικές την περιγράφουν ως a weirdly post-New Wave rediscovery of Surrealism και η αλήθεια είναι κάπου εκεί. Το φιλμ της κυρίας Bute είναι ένα όνειρο κρυμμένο μέσα σε άλλο που λέει κι ο Πόε, το soundtrack είναι η ίδια η ταινία και η σκηνοθέτιδα γίνεται η πρώτη που καταπιάνεται με έργο του μέγιστου Ιρλανδού συγγραφέα και ποιητή για λογαριασμό της μεγάλης οθόνης.
«Ο Finnegan πενθείτε από τους φίλους του και βρίσκεται στο φέρετρό του έτοιμος για την ταφή. Την ώρα όμως του πένθους, οι φίλοι του κάπως μαλώνουν, μια μπουκάλα ουίσκι πετάγεται στον αέρα και πέφτει πάνω στον νεκρό, τον περιλούει κι αμέσως τότε αφυπνίζεται...ανασταίνετε»!
Τρίτη 24 Ιουνίου 2008
Hard Without Music by Charles Bukowski
Larry was stopped by his landlady in the hall as he came in from the street. “Somebody’s up in your room. They saw your ad about the phonograph and records. I thought it’d be all right to let ’em up there. I talked with ’em quite awhile, and besides…”
“It’s all right.” He walked past.
She caught his elbow. “Larry.”
“What?” He turned.
“They’re nuns.”
He didn’t answer.
“Are you all right, Larry?”
“I’m all right.”
“Are you sure, Larry? They’re Sisters. It wouldn’t be bad if they weren’t Sisters.”
He went on up the stairs, then into the bathroom. He closed the door and looked into the mirror. He drank a glass of water, then lit a cigarette. He drew on it quickly in heavy inhales. The smoke rose in the bathroom and the cigarette developed a thin, hard red ash. He took a last draw, walked over to the toilet and dropped it in. Then he walked back to the mirror and looked again…
The door to his room was open and he went in. One nun was sitting in the straight-backed chair and the other was walking toward the phonograph with a record in her hands.
The other one in the chair saw him first. “Oh, they’re lovely, lovely
The nun with the record in her hands put it down next to the phonograph and stood facing him.
“Listen,” he said, “go ahead and play it. Play all you want.”
“Oh, I’m sure they’re all lovely,” said the one in the chair.
“Sister Celia knows them all,” said the one standing.
The one in the chair smiled. Her teeth were very white. “You have such good taste. Almost all of Beethoven, and Brahms, and Bach and…”
“Yes,” said Larry. “Yes, thank you.” He turned to the other nun. “Won’t you sit down?” he asked. But she didn’t move.
The sweat was coming out on his forehead, the palms of his hands, the hollow of his throat. He wiped his hands on his knees. Why was it he had a feeling that he was going to do something dreadful? How black they were dressed; and the white: such a contrast. And the faces. “My favorite,” he said, “is Beethoven’s Ninth.” It wasn’t. He didn’t have any favorites.
“I’d like to use these to teach in the classes,” said Sister Celia, the one in the chair. “It’s so hard…without music.”
“Yes,” said Larry. “For all of us.” His voice had sounded dramatic. He felt as if he didn’t belong in the room. It was hot summer. His eyes filmed, his throat felt dry. A thin string of breeze passed for a moment across his brow. He thought of hospitals, of disinfectant.
“It’s a shame to sell them. I mean…for you,” said Sister Celia. She was evidently the buyer, he thought; the other was just along.
Larry waited a moment and then he answered, “I have to move. To another city. They’d break, you know.”
“I’m sure these would be lovely for my class, for the older girls.”
“Older girls,” said Larry. Then his eyes opened and he stared straight at Sister Celia, at her smooth face and pale nun’s eyes. “That’s wise,” he said. “Extremely wise.” His voice had become harsh and metallic. The sweat formed on his legs and the wool of his trousers pointed into the skin. His hands moved about his knees. He looked down, then back up at Sister Celia. The other nun seemed to hang suspended, way off.
Then he began. “Modern elementary education, for reasons unknown, at least to myself, finds it plausible to introduce Beethoven into the souls of eight-year-olds. Somebody once asked the question, ‘Are composers human?’ Well, I don’t know, but I do know that the sounds that came out of my teacher’s phonograph in the third grade were not, to me, human sounds, sounds in any way relative to real life and real living, the sea or the baseball diamond. And the teacher steeped with her ethereally ponderous and magnificent, her rimless glasses, her white wig and Fifth Symphony, were no more a real part of life than the rest of it…Mozart, Chopin, Handel…The others learned the meaning of the little black dots with tails, and without tails, that climbed up and down the chalk-marked ladders on the blackboard. But I—through fear and revulsion—turtle fashion, withdrew my mind into the dark shell. And today, when I slip my program notes from my record albums…it is still dark…”
He laughed. He felt suddenly old and worldly. He waited for the nuns to speak but they didn’t speak.
“Good music crept up on me. I don’t know how. But suddenly, there it was, and I was a young man in San Francisco spending whatever money I could get feeding symphonies to the hungry insides of my landlady’s wooden, man-high victrola. I think those were the best days of them all, being very young and seeing the Golden Gate Bridge from my window. Almost every day I discovered a new symphony…I selected my albums pretty much by chance, being too nervous and uncomfortable to understand them in the glass partitions of the somehow clinical music shops…There are moments, I have found, when a piece, after previous listenings that were sterile and dry…I have found that a moment comes when the piece at last unfolds itself fully to the mind…”
“Yes, how true,” said Sister Celia.
“You are listening haphazardly, carelessly. And then, through the lazy sheen you have effected, almost upon the sheen, climbing upon it, through it, centering lithely upon the unguarded brain…in comes the melody, curling, singing, dancing…All the full potency of the variations, the counter notes, gliding cool and utterly unbelievable in the mind. In the kindness it is…like the buzzing of countless little steel bees whirling in ever-heightened beauty and knowing…A sudden movement of the body, an effort to follow, will often kill it, and after awhile you learn this. You learn not to kill music. But I guess that’s what I’m doing now, isn’t it?”
The nuns didn’t answer. The one standing moved a little.
“Isn’t it?” Larry repeated.
“How much do you want? How much is it?” asked Sister Celia.
He looked out of the window. Now he felt disgusted. It was the time for jazz and oranges, shaking buttocks. He had waited too long. Outside he saw a woman hanging up a bedsheet. “The ad,” he said quietly, steadily, “asked forty dollars.”
There was a circle of silence. The woman was finished with her bedsheet. Somebody stumbled up the rooming house stairs.
“However,” he looked at Sister Celia and smiled, “I ask thirty-five…”
They left in a taxi after he carried the things down and put them in the back seat between them. They felt very bad about taking the taxi, but said it was the only way. He agreed. They felt bad about the thirty-five dollars too, but they didn’t say anything…
Larry met the landlady as he came back up the steps. “It’s a good thing,” she said.
“What?”
“For the school, the girls.”
“Oh, yes,” he said, “I feel fine about it.”
He went up the stairs and back into his room. He sat on the edge of his bed and pulled out his wallet. He ran his fingers along the edges of the bills. Then he took them out and spread them on the bed. The bills were neither old nor new; just middle-aged. There were three tens and a five.
It seemed very little.
from the forthcoming book, Portions of a Wine-Stained Notebook: Uncollected Stories and Essays, out from City Lights this fall.
Κυριακή 29 Ιουλίου 2007
Pedro Juan Gutiérrez
«Πρέπει να προσέχει κανείς τον εαυτό του, Ανιέτα. Ο καθένας προσέχει τον εαυτό του, αλλά η πιθανότητα είναι πάντοτε εκεί».
«Ποιά πιθανότητα»;
«Να φυτέψεις μια σφαίρα στο κεφάλι σου».
«Α».
«Μερικές φορές είναι φρικτό. Η πρώτη ύλη του καλλιτέχνη είναι η ίδια του η ζωή. Αυτό είναι τρομαχτικό. Ένας συγγραφέας, για παράδειγμα, πρέπει να ανακατεύει τα ίδια του τα σκατά. Και να βγάζει πράγματα αποκεί».
«Το φαντάζομαι».
«Ένας φυσιολογικός άνθρωπος αφήνει τα σκατά του να ξεραθούν. Και τα ξεχνάει. Ένας φυσιολογικός άνθρωπος ξεχνάει όλα τα σκατά της ζωής του. Αυτά που του έκαναν κι αυτά που έκανε. Αφήνει όλα αυτά τα σκατά να κατακάτσουν και να ξεραθούν, και δεν βρομάνε πια. Αλλά ένας καλλιτέχνης μετατρέπει αυτά τα σκατά σε πρώτη ύλη. Υλικό κατασκευής. Φτιάχνει αγάλματα, πίνακες, τραγούδια, μυθιστορήματα, ποιήματα, παραμύθια. Κι όλα αυτά βρομάνε φρέσκα σκατά».
~~~
Έτσι είναι η ζωή. Η ζωή είναι πιο περίπλοκη από τη λογοτεχνία, αλλά και λιγότερο έντονη. Η λογοτεχνία πρέπει να προχωράει με υπερβολική ταχύτητα για να διατηρεί την ένταση. Αλλιώς θα ήταν ένα νυσταλέο και βαρετό ταξίδι. Διαλέγεις τα κομμάτια, γράφεις και προσπαθείς να μην είσαι βαρετός. Τελικά, ο μόνος οδηγός που έχω είναι το ένστικτο. Λίγο ένστικτο. Κι αυτό είναι πολύ λίγο.
Αποσπάσματα από το βιβλίο «Ο έρωτας νοστάλγησε την Κούβα»
Μετάφραση: Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη




