Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016
Μακάριοι οι σκύλοι του οινοπνεύματος... γράφει ο Νίκος Ζιάκας
Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015
Μακάριον το νέο έτος...
Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2015
Μακάριοι οι Σκύλοι του Οινοπνεύματος / Η Παρουσίαση
Πέμπτη 25 Ιουνίου 2015
Μακάριοι οι Σκύλοι του Οινοπνεύματος / Τόποι Διανομής
Σάββατο 13 Ιουνίου 2015
Ο saunterer για τους "Σκύλους"...
Δευτέρα 1 Ιουνίου 2015
Τόποι διανομής
Κυριακή 17 Μαΐου 2015
Μακάριοι...
Από αύριο βρισκόμαστε Θεσσαλονίκη για να ξεκινήσουμε τις παρουσιάσεις του περιοδικού και των εκδόσεων Straw Dogs. Όλες οι λεπτομέρειες στο σχετικό λινκ ΕΔΩ.
Παράλληλα μόλις παρέλαβα κι απ' το τυπογραφείο τους "Σκύλους του Οινοπνεύματος" που τους ταλαιπωρούσα για κάποια χρόνια. Θα το 'χουμε μαζί μας και θα είναι διαθέσιμο σε όλες τις παρουσιάσεις.
Είθε να ανταμώσουμε κι από κοντά. Cheers.
Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014
Πέμπτη 11 Σεπτεμβρίου 2014
Κυριακή 7 Απριλίου 2013
Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012
Ο σκύλος που νίβει τ’ άντερά μου
Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012
I wish I had…
κι αν υπάρχει
πες του να τρελαθεί,
γιατί έτσι κι αλλιώς
ο χορός του θανάτου
πληρώνεται πάντα καλά.
Οι ποιητές γράφουν για τα παιδικά τους χρόνια,
οι ζωγράφοι βάφουν τα παιδικά χρόνια των ποιητών,
το ουίσκι παίρνει τα πάνω του σαν μπαίνει ο χειμώνας
και οι ετοιμοθάνατοι ψηφίζουν κάθε τετραετία.
Και πάλι έτσι όμως
με τα μαλλιά να πέφτουν
σαν ο έρωτας έχει αισθανθεί τα πάντα,
τα σκουπιδιάρικα να γυρεύουν
μια μεθυσιά ξημέρωμα
και τα τελειωτικά παγάκια
να βάζουν την μπλούζα ανάποδα
όταν οι νύχτες τραβάνε μαχαίρι
και το ταβάνι μοιάζει με κρεμάλα.
Γιατί έτσι κι αλλιώς
βλέπω αυτή τη φορά,
ο ένας πουλάει δράμα
κι ο άλλος τον βοηθάει
με τη κουρελού της απάτης
κάθε που η ομήγυρης
με μπουκαλάκι κλάμα
τραβά να ξεσπαθώσει.
Δεν υπάρχει τίποτα.
Τα χέρια ιδρώνουν,
τα μάτια πιστεύουν στο τρόμο
τα πόδια κλωτσάνε τη ψυχή
και η καρδιά τραβάει τα χαλινάρια
μπας και το σώμα γανώσει αίμα
στα τσιμεντόχορτα της πόλης.
Μακάρι νά ‘χα ένα πιστόλι
να του δώσω απόψε.
Κυριακή 3 Ιουνίου 2012
Τι ήπιαμε τι χάσαμε
να τα κοιτάς και να ξερνάς
γιατί ταξίδι φρόνιμο δεν γύρισε ποτέ
να ησυχάσει.
Το χρυσαφί κρασί περίμενε
και μια μηχανή με δόντια
που θα σου πάρει τις τρίχες πρωί ξημέρωμα
στην κουζίνα με τα σκιάχτρα
είναι το όνειρο που κάθε καλοκαίρι
σε ζητάει να σβήσεις τα κεριά τα γιορτινά.
Κι εσύ εκεί.
Ζεστό πιοτί χαράματα
με πρόκα στο χέρι το δεξί
να υπακούσει
ν’ αντισταθεί
να μην σηκώσει τίποτα
να βάλει κι άλλο
μπας και χαθεί
και ταξιδέψει
στο σίχαμα που αγκομαχάς να ημερέψεις
ακούγοντας ήχους
που δεν είναι εύκολοι
κάποιες φορές,
γιατί κάτι άλλες
η καραμπίνα που βαστά το κεφάλι σου
σέρνει τον χορό τον παλαβό στα δάχτυλά σου.
Ρίξε σε κούπα από πηλό απόψε,
κάποιος θα πλύνει το πρωί
και ίσως και να τρομάξει.
Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011
Κλάψε σκύλε κλάψε
Από κάτω δεν είναι κανένας
πέρα απ' τη στάχτη
και το χρόνο απ’ τα λιανισμένα κόκαλα.
Τα περασμένα δεν κάθονται ήσυχα
κι έτσι μόνιασα με τον παρδαλό το σκύλο
που ήσυχος φυλάει τη νύχτα μη προγκίξει.
Κάπου αλλού έξω
στα σύννεφα πάνες
συμβαίνει ένα γλέντι
ετοιμάζοντας μύθους
να προκόψει
για να ουρλιάξει το παιδί
στου λύκου το τομάρι.
Λοιπόν που λες
απόψε
το μάθημα θα είν’ το ίδιο.
Ήρθες εδώ για να εγκαινιάσεις γέλια
κάλεσες τους πάντες για να σηκωθείς να φύγεις
φρόντισες γυναίκες για να μπορείς να πιεις
δεν πίστεψες σε τίποτα
κι έφυγες πάλι
για να κρατήσεις το σουγιά
με αντίθετο το χέρι.
Κρατάω άσσο μαύρο
τούτη τη φορά
ας δούμε τι θα γίνει.
Δευτέρα 11 Απριλίου 2011
Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011
Τα γκέμια μιας επικεφαλίδας

"Μου λύπης"
τό 'γραψε λάθος κάποιος σ' ένα τοίχο στην επαρχία.
"Όσο μακριά κι αν είσαι εγώ Σ' αγαπάω"
έγραψε κάποιος άλλος δυο τετράγωνα πιο κάτω απ' το σπίτι
και πάλι σ' ένα τοίχο γηπέδου αυτοκτονίας.
Νυχτερίδες εντελώς
στρόου ντογκς
άπλυτα κόκκινα πιάτα
και βρόχα του Ζαμπέτα.
Αυτο δεν τό 'γραψε κανένας
εγώ το γράφω
στη μαξιλαροθήκη που ρούφηξε την τρέλα σου
ανοίγοντας τα σκέλια της νύχτας στα δύο.
Πάνω απ' όλα υπάρχει ο Θεός
η καλύτερη δικαιολογία
που μπορεί να βρεί το ανθρώπινο είδος
και για τον Έρωτα υπάρχουν τα τραγούδια
για να μαζεύουν πτώματα
που λείπουν χωρίς ύψιλον
μεταμεσονύχτιων σπρέι.
Μάλλον ξέρεις τι εννοώ
σαν το παντελόνι κατεβαίνει αργά
τα μάτια σου κοιτάνε χαμηλά
και θες μόνο να ρημάξεις μπας και ηρεμήσεις.
Γιατί ο έρωτας δεν θα είναι ποτέ όπως τον φαντάζεσαι
δεν παίζει βιολί
βρωμίζει δάχτυλο στο τασάκι
σκοτώνει ζώα σε παραθύρι
παλεύει μάτι για να δει
χύνει βρακί ιδρωμένο από κάτουρο ζεστό
κι ενώνει σάρκες παρακμής
που δεν τις νοιάζει τίποτε άλλο
παρά μονάχα το φευγιό
που λύνει αδιάφορα το σώμα
γκεμιάζοντας το επόμενο
για να πηδήξει
κάποιο άλλο.
Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2011
Τα ποτά της πλατείας
Είναι φορές που ξέρω πως δεν θα σταματήσει
και κλέβω καταθλιπτικούς από ψυχιάτρους
για να τους κάνω βόλτα στη βροχή και στο μπαρ.
Οι φλέβες τους γράφουν σε τοίχους
συνταγές χαπακωμένου έρωτα.
Στο λούνα Παρκ που βάζει νόμισμα
φτύνω το αίμα στο νιπτήρα,
στο τρενάκι του τρόμου μου
στο μπου της ημέρας,
έχει ένα περίμενε
ένα φύγε
μια καλημέρα
μια καληνύχτα
κι όταν μυρίζω ποταμούς
αέριο
και βήχα
είναι απλά μια άλλη ώρα
που δουλεύει την ψυχή της.
Τι σκατά έγινε;
Ποιος βάφτισε ποιον,
τι πήγε στραβά
κι όλα είναι αλλόκοτα το πρωί;
Σε κυνηγούν κοιλιές που έβγαλαν ζωή
όταν το χώμα βρέχει ζώα,
η νύχτα στάζει στους νεκρούς
και η φωτιά ξυλιάζει στο δέρμα.
Το χθες δεν υπάρχει
αλόγατα μαζεύουν,
ξεγυρίζουν κούρσες του θανατά
καθάρματα με σέλα τον εφιάλτη,
όλα μπερδεμένα.
Το ξύδι είναι εκεί
ο ύπνος πάλι όχι,
σκορπάς
βρίζεις
πλακώνεσαι
μα
τα παιδιά στη πλατεία
έχουν χάσει τα’ αρχίδια τους,
τα παιδιά στο πάρκο
μοσχοβολάνε εγκατάλειψη
τα παιδιά στα μπαρ
θάνατο
κι αυτά της επανάστασης
με μάγουλα κούκλας καουτσούκ
αναψοκοκκινισμένα
κακομαθημένα
μάτια που δεν έχουν τρελαθεί
που δεν κράτησαν περίστροφο
κάτω απ’ την καρωτίδα
ζέχνουν μίσος μαρμελάδας.
Δεν έχεις ιδέα τι θέλω να πω
μα ο τρελός στη πόλη
που δεν είναι τρελός
παρά κάποιος που δεν τον πρόλαβε η ζωή
στέκεται
ουρλιάζει
βρίζει αυτούς που πρέπει να βρίσει
σηκώνει το χέρι ψηλά
και το κατεβάζει σαν χασάπης μαέστρος
κάθε μεσημέρι που φαμίλιες
σακατεύουν τους δρόμους,
παιδιά δαγκώνουν μέταλλο
και γιατρουδάκια της απάτης
βάζουν το διάολο στο πιάτο του.
Βλέπεις δεν έχω κάποιον να μου το πει τώρα
αλλά έχω μια καλή ιδέα.
Θα σου κάνω δώρο έναν σκύλο τυφλό,
πάρε ένα μπαστούνι,
και βάφτισέ τον
«Τσίρκο»
βγες μαζί του μεσημέρι.
Μόνο μια φορά
μόνο μια φορά
κι αργότερα ξαμόλησέ τον.
Είναι που μήνες τώρα
κουβαλάω μπαρωδίες
στο δεξί μου χέρι.
Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2011
Τρίβοντας το μάτι
Είναι τα σάλια κ’ η σακούλα
τα χύσια και τα σκάγια
Είναι ο διάβολος
και το σκυλί
ο κόκορας στο όπλο
και το κεφάλι σου στον τοίχο
που ζέχνει όλα τα τζάμια.
Είναι αυτό που είναι εύκολο
να φτιάξεις ένα ποίημα
καθώς το ποίημα
περιμένει
καθώς το ποίημα θέλει γυναίκες
και άντρες
χαμένους
παιδιά κατουρημένα
έρωτες διαλυμένους
κρεβάτια
και θάλασσες.
Ωραία είναι όλα αυτά,
η ζωή τα ξέρει καλά
αλλά τώρα έχει κάτι,
κάτι άλλο,
κάτι από δρόμο
κάτι από αίμα
πραγματικό
κι όχι αυτό που
βλέπεις
σ’ ημερολόγιου φυλλοκάρδι
όχι αυτό που γράφεις
σε ιστολόγιο σακάτης.
Η ζωή έχει άντερα,
φλέβες κομμένες
νύχτες δαρμένες.
Η ζωή έχει τα σκαλοπάτια
που μυρίζεις στου σουγιά
κομμένα αυτιά
και τρόμους μες στο σπίτι.
Τα χούγια της
το μεθύσι της
ένα σφυρί δίπλα στη πένα
μία σκαφτιά δίπλα απ’ τη στάση
ένα πανί σκαμμένη στύση
και βήχας κόκκινος
πριν με γαμήσει.
Η Ζωή..
Ναι,
η Ζωή…
ξέχασα πως ήταν ποίημα που την έκανα κορίτσι.
Πλάκα θα ‘χει κι απόψε μωρό μου!
Κυριακή 9 Ιανουαρίου 2011
Absinthe morning...
Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2010
Αν έρθει το αύριο
Φωτιά θα κάψει σάρκα απόψε
αέρας φέρνει
σκύλο για να πηδήξει σκύλο
μπας και πάρει κάτι μπρος.
Σάλια ξεχαρβαλωμένα
θα γείρουν ελπίδες
γιατί μαχαίρι άχρηστο στρίβει σε λαιμό,
χιόνι χαζό κινάει τσίγκινη τρέλα
πείνα λυγάει χέρι μια λέξη να αρθρώσει
σκοτάδι θρέφει σώματα για έρωτα ξανά
και μάτι δεν κουνά
την λύσσα να ορέξει.
Πάλι έτσι όμως
με μαλλιά να πέφτουν
σαν σώμα έχει αισθανθεί τα πάντα,
σκουπιδιάρικα γυρεύουν μεθυσιά ξημέρωμα,
τελειωτικά παγάκια
βάζουν μπλούζα ανάποδα,
μπαστούνι απόκληρο
στου αθέατου το χέρι,
ανταριασμένα μέτωπα
σε αρμονίας ξεθυμό,
παλιά χρόνια διηγιόνται
μια φορά σε πολλούς καιρούς,
καλοκαιριάτικο κρασί
αντάμα στη μασχάλη
κι ο ήλιος ανυπότακτος
στο πρώτο παραμύθι.
Αρχίζει και τούτη η εποχή
αν έρθει το αύριο.













