Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανέκδοτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανέκδοτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

Πενηνταράκι στο τζουκμπόξ

Μεσημέρια που χόρεψα σε μπαρ
σαν τη μαϊμού
που της βαράς το ντέφι
κι εκείνη
πουτανεύει το τομάρι.
Τρόμος
από παιδί λακισμένης
να ψάχνει τα συρτάρια.
Δευτέρα πρωί
ο σταυρός
χυμένος στο κοντάρι
βουτάει σαν όνειδος
στης τρύπας την αγρύπνια.
Λίγδα αγύρευτη
δαχτύλου το ξεράδι
που τόλμησε το γύρεμα
καυλώνοντας τις μνήμες
κόβοντας τα ονείρατα
σκουντώντας και τη γνώση.
Κάπου εδώ αρχίζουμε
και κάπου δεν θα φτάσει..



φώτο: ο Stacy Keach στο Fat City

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2013

Δεν πιστεύω στις ευχές


Ας ήτανε
να ξεδιψάσει η καλαμιά
και το κορίτσι που πουλάει τα κεριά
να τάιζε τις γάτες στα μνημεία.


Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

Τεμπελιάζοντας


Η αλήθεια είναι
πως δεν είχα πατρίδα.
Ένα
πουθενά και πάλι πουθενά
ερχόταν σαν επικήρυξη
μ’ έναν τρόφιμο του τίποτα
που γρήγορα
μα καθόλου σταδιακά
ανέπτυσσε την αίσθηση του χιούμορ
μαζεύοντας κηδειόσημα
έξω από γήπεδα
και αντάμα σε σκοπιές.
Η αλήθεια ήταν
πως σε κάθε μέρα που περνούσε
γύρευα την αποχαύνωση
το ατελείωτο
και τελεσφόρο
δικαίωμα στη
τεμπελιά
του Πωλ Λαφάργκ
διαβάζοντας
ανθολογίες
αυτοανθολοηγούμενων
μετρώντας
ποιητικές
κάσες υπογείων
απεταξάμην
την φύση
την ασύμφορη
και λειτουργώντας
του σκώμματος
συνθήματα
με το στανιό
και το τσιγκέλι
στου καύκαλου τον ύπνο.
Λεπείδα στον κόσμο
τα νύχια από γουρούνι
θα ξεκινάει η άλλη
η στροφή.

Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

Υπερυψωμένες ομοιοκαταληξίες για ένα ρεμάλι

Στον φίλο Κώ.Ρε

Είναι το νύχι το βαλτό
κινάει κόκκινο μισό
το δέρμα να ξεσχίσει
και σαν κροκόδειλου ορμή
το σπάει με τα σαγόνια
το σπάει το πούστικο ξανά
κραυγή δεν λέει να βγάλει
κι αν το μαχαίρι που σφυρά
μπερδεύει πνεύμα και ξερά
χύνει φωτιά απ’ το φαλλό
ρηγάδες απ’ το χέρι.

Κοτσάρουν τ’ άντερα ξανά
λόγια γαλάζια και φτηνά
μυαλού επιδημίες
του κήπου οι πόνοι οι βραστοί
κλοτσάνε αηδίες.
Σε ξοδεμού άθλιο ψωμί
έρχεται η ώρα η κακή
κι αυτός χρειάζεται ρακί
στην προδοσία του θεού
πάνω στο καύκαλο το καψερό
και στου καπνού τον ίσκιο.

Στον πρώτο δρόμο που γυρνά
η μαύρη σκύλα που ξεχνά
ταΐζει αστροπελέκια
τρώει τα όρνια του χαμού
φτύνει κρανία γιασεμιού
κι ορκίζεται στη πήχτρα.
Αντέχει σ’ ώρες τσακαλιού
που τίποτα δε πάει
και το σιτάρι
κι ο ρυθμός
ίσκιου βαλτός ο καψερός
ζουλάει τα ζωντανά της
λήγει το κλάμα του μωρού
μονάχα με το μάτι
φτύνει σε σώμα αγιασμού
κι αρπάζει ένα φτυάρι.

Σε ψίχας λάδι το φτωχό
παίζει στη σιγαλιά του
και μέσα σ’ όνειδου σιωπή
ξεκοκαλίζει φρίκες
απ’ του ζογκλερ το θυμιατό
ψοφάει για κρεμάλες
βγάζει τη σήψη απ’ το φτερό
και το φτερό λασπώνει.

Είναι ένα τύμπανο αργό
που στραγγαλίζει μνήμες
πουλάει ρούχα μέθυσου
νεκρού από γεννητούρια
κι απ τη σωλήνα τη βαριά
σκέλια κουνάει σα φευγιά
βαμμένα απ’ τη μεριά του.

Παραμιλάει το θεριό
κουνά το χέρι σα στοιχειό
ακούει Gabor Szabo
κατούρημα ρίχνει λαμπρό
δίπλα απ’ το αρχαίο
κι από κωλάδικα αυγών
χαμένων πυροτεχνουργών
μαέστρος βγαίνει νέος.




Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

Έτσι γυρίζει



Πίστεψέ το.
Έτσι κι αλλιώς οι περισσότεροι
γι’ αυτό που δεν πιστεύουν
θα πεθάνουν.
Ρώτα την μη αραιωμένη πορτοκαλάδα
στα δεξιά του πλευρού τους
πάνω στο άσπρο κομοδίνο
και λίγο πιο δίπλα στα χαρτομάντιλα
ζεβασόφτ.

Πίνακας: Dying Man του Shahid Mirza

Τρίτη 30 Απριλίου 2013

Η Κρίση αρπάζει το στύλο


Κανάλι μόνιμο στυφό
μαϊμούδες και κοράκια
γέλια ηλίθια
και πνοή στην κόρη των ματιών σου.
Πρόνοια καρκινωμένη
κάτουρο γλυφό
ασήμι και δάχτυλα
μενεξέδες μυρωμένοι
μανάδες και σκοπευτές
γένια ρηχά
νέα μαλλιά
κι ένα ξεροχυμένο βόδι
μου χαρίζει αναπτήρα
από κατεχόμενο χρυσορυχείο .
Σε κάθε πουτανομπυραρία τελικά
κρύβεται όλο το λάγγεμα
της νήσου.

Σάββατο 13 Απριλίου 2013

Αναθέματα


Με τη γυναίκα να τρεμογλύφει φελούς
σ’ αποκοτιές 
και φαντασμάτινες μπλαβί  στροφές.
Δεμάτια κοκάλινα,
ντάνες αποστροφής
γι’ αρτίστες σκορπιούς
που τους κατασπαράσσουν κόκκινα μυρμήγκια
σε μεσημέρι αξύπνητων παιδιών.
Η Κρίση με τις μαύρες γόβες
ξεπαραδιάζει βαλίτσες
που μυρίζουν βενζίνα και λαδομπογιά
γιατί κάπως έτσι συνηθίζεται ο χαμός,
μ’ ένα στυλό χωρίς καπάκι
με ψίχες πάνω στο βιβλίο
«Η Φλόγα που τρεμοσβήνει»,
στην βιντεοκασέτα με τον ίδιο τίτλο
και στον παφλασμό μιας κούτας νουνου
που ξεροβήχει τις «παλιές καλές ημέρες»
μ’ ιώδιο και μύξα.
Ε, στο διάολο λοιπόν
όλα αυτά

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

Ερμηνείες


Σερβιτόρες και μπάρμεν
που θέλουν να γίνουν ηθοποιοί.
Κακές ερμηνείες
στην ατάκα «ορίστε»
και στην ανακοίνωση ενός απλήρωτου αριθμού.
Κατά τα άλλα
όλοι αβάντ γκαρντ είμαστε.


φώτο: Η Ellen Burstyn στην ταινία 
"Alice doesn't live here anymore" (1974)

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

Contemporary art


Έξι μέρες έκανε
και την έβδομη
έγινε τύφλα απ’ το μεθύσι
για να ξεχάσει πως
το μήλο θα πέσει
στα χέρια μιας γυναίκας.

Illustration by Alexandra Constantin

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

ΣιΒι



«Γεννήθηκε κάποτε στην Αθήνα. Σπούδασε αισχρολογία και κακές γλώσσες. Εργάστηκε ως ball boy στο Ελ Πάσο και αργότερα συντάκτης αγγελιών στο περιοδικό Λονδίνο. Υπήρξε εκδότης του άδετου φανζίν «Χαρτοπετσέτα», συλλέκτης καπακιών παλαιών αναψυκτικών, δοκιμαστής αναπτήρων μπικ στο εργοστάσιο τσακμακίων μπικ, μανιακός αναγνώστης του καζαμία, αφισοκολλητής του Κοδησό και καθαριστής του ιστορικού μαγαζιού «Ο Έλατος». Τη δεκαετία του ’80, έζησε επί πέντε συναπτά και καθοριστικά έτη σ’ ένα σπίτι γεμάτο υγρασία που του δώρισε η αποθανούσα ενενηνταπεντάχρονη γιαγιά του. Απ’ εκεί αποκόμισε κατεστραμμένους πνεύμονες, μύκητες στα νύχια των ποδιών και διαρκείς πονοκεφάλους, γεγονότα που τον απέκλεισαν ώστε να παντρευτεί την μονόχειρα υπάλληλο μπακάλικου αλλοδαπής προελεύσεως που του έφερνε τα σαββατιάτικα ψώνια στην εξώπορτα. Αποφάσισε να πετάξει την πολύχρονη συλλογή καπακίων παλαιών αναψυκτικών στην τουαλέτα και ξεκίνησε μια νέα που σκοπός της ήταν να καλύψει το ταβάνι της κουζίνας με ποιηματάκια ημερολογίων τοίχου. Τα παράτησε στον πρώτο χρόνο μιας και οι πονοκέφαλοι μετατράπηκαν σε ιλίγγους ενώ η σιδερένια σκάλα που τον βοηθούσε στο εγχείρημα έχασε το ένα της πόδι. Οι αρχές της δεκαετίας του ’90, τον πέτυχαν να παρατάει την μέχρι τότε δουλειά του στην βιοτεχνία κατασκευής μπρούτζινων σκακιέρων και πιονιών ώστε να κινήσει την έναρξη μιας δικής του. Αγόρασε με τις οικονομίες του γνωστό κινηματογράφο στο κέντρο της πόλεως, τον μετέτρεψε σε τραινάκι του τρόμου και τον έκλεισε μετά από τρεις μήνες αφού το σύνολο εισιτηρίων που είχε κόψει από τα εγκαίνιά του μέχρι το κλείσιμό του ανερχόταν στον αριθμό των τριαντατριών ατόμων. Χρεωκοπημένος και άνεργος, δεν κατάφερε να μεταπουλήσει τον χώρο κι αμέσως συμπλήρωσε αιτήσεις ώστε να προσληφθεί στο δήμο της πόλεως ως οδοκαθαριστής. Η αλλαγή της κυβερνήσεως και το βεβαρημένο πολιτικό του παρελθόν ως αφισοκολλητής στο Κοδησό απέτρεψαν την πρόσληψή του γεγονός που τον έκανε στην πέμπτη δεκαετία ζωής του να χάσει την ψυχραιμία του για πρώτη και τελευταία φορά και να επιδοθεί σε συνεχείς ακροάσεις της μουσικής grunge. Για την εν λόγω μουσική σκηνή αργότερα έγραψε ένα δεκαπεντασέλιδο μανιφέστο – διατριβή το οποίο έστειλε σε όλα τα μουσικά περιοδικά της χώρας προς δημοσίευση και το οποίο απέρριψαν όλοι οι εκδότες λόγω του υβριστικού του λεξιλογίου. Ξαναβρήκε την ψυχραιμία του κι έπιασε δουλειά σε εργοστάσιο εμφιαλώσεως μεταλλικού νερού. Οι μύκητες όμως στα νύχια των ποδιών του σε συνάρτηση με την ορθοστασία που απαιτούσε η δουλειά τον έκαναν να απολυθεί ως μη αποδοτικός, κωλυσιεργώντας την παραγωγή. Ευτυχώς, λίγο αργότερα, κατάφερε να πουλήσει σε εξευτελιστική τιμή τον εξοπλισμό απ’ το τραινάκι του τρόμου, χρήματα όμως που έφταναν και περίσσευαν ώστε να δώσουν παράταση σε κάποιους λογαριασμούς των χρεών του. Προσλαμβάνεται ως τηλεφωνητής πωλήσεων σε ανώνυμη εταιρεία και τα καταφέρνει αρκετά καλά για τουλάχιστον δύο χρόνια. Δυστυχώς η εταιρεία κλείνει διότι αποδεικνύεται «βιτρίνα» για μία άλλη εταιρεία, που λεπτομέρειες δεν υπάρχουν και ξαναμένει άνεργος. Αφοσιώνεται στην συγγραφή ενός βιβλίου με τίτλο «Αισχρολογία και κακές γλώσσες» ενώ παράλληλα βρίσκει δουλειά σε μικρή βιοτεχνία παρασκευής χαλιών στον τομέα έκδοσης τιμολογίων. Το βιβλίο του φτάνει στις πεντακόσιες δεκαεφτά σελίδες και αποτελεί τον πρώτο τόμο της δουλειάς του. Με την γέννηση του νέου αιώνα, η βιοτεχνία χαλιών μετακομίζει στην επαρχία και ο ίδιος αδυνατεί να παρατήσει την πόλη ώστε να συνεχίσει τη δουλειά του γεγονός που αποβαίνει θετικό διότι ο πατέρας του αποβιώνει και του αφήνει κληρονομιά το γραφείο εργολαβίας οικοδομών «Η Μπετονιέρα». Γραφείο που αναλαμβάνει και διαχειρίζεται πετυχημένα κατά τη διάρκεια της πρώτης δεκαετίας του νέου αιώνα έως ότου ξεκινήσει μια νέα δεκαετία, η κρίση χτυπήσει τη χώρα και ο χώρος των οικοδομών πάθει ολική καθίζηση. Βρίσκεται στα μέσα του δευτέρου τόμου του βιβλίου του «Αισχρολογία και κακές γλώσσες», ζει τα τελευταία δύο χρόνια με τις οικονομίες του, έχει ξεκινήσει μια καινούργια συλλογή μαζεύοντας μαγνητάκια ψυγείου κι έχει σταματήσει να υποφέρει από πονοκεφάλους και ιλίγγους».

Αξιότιμε κύριε Διευθυντά ελπίζω να μην σας κούρασα με το βιογραφικό μου μιας κι απέφυγα επιμελώς να αναφέρω λεπτομέρειες. Ελπίζω να εκτιμήσετε την εργατικότητα του βίου μου και να μου προσφέρετε μια θέση στην νεοσυσταθείσα εταιρεία σας και στον τομέα «Ζητούνται άτομα για κουζίνα» που βρήκα στην αγγελία σας.


Πίνακας Otto Wirsching
Από το The Death Dance Anno (1915)

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Όλοι χαμένοι



Κάψ’ τα όλα.
Η αγριάδα γρατζουνάει σκοπιές,
το ξύλο φυτρώνει στο γυαλί
και τα χιλιόμετρα
μετά τις δώδεκα
τσουγγρίζουν κόκαλα.
Δεν θέλω να πέσω τώρα,
το βυζί μου μετράει μέρες
κι ο χρόνος με τ’ αναθέματα
γυρνάει με λίγδα στο χιονιά.
Δεν θέλω να περιμένω,
το πάτωμα τρίζει
κι εγώ τρελαίνομαι
με τον χρόνο,
την ακρίδα που με γερνάει
και του σκυλιού τον πόνο
που ξεγεννάει
μες στου μουνιού
το αίμα.
Θα πέσω,
κάποια στιγμή θα πέσω
κανένα χύσι
δεν θα κυλήσει
όμορφα μυστικά θα κάνουν ότι θέλουν,
το μάγουλο μου θα πονέσει
και το κεφάλι μου θα φανταστεί
το φως απ’ την κουβέρτα.
Δεν θέλω να πέσει τίποτα απόψε
Τίποτα.

φωτογραφία: Γιώτα Παναγιώτου

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

Χαμένα



Για κάθε χαμένο στίχο που έχασα
φταίει ένα χαμένο τηλεφώνημα που πήρα
και για κάθε χαμένο τηλεφώνημα που πήρα
φταίνε κάμποσα λίτρα πιοτού
που είμαι απόλυτα σίγουρος
πως αν καθίσεις και τα κατεβάσεις
θα γράψεις ένα χαμένο ποίημα
πιωμένο
για χαμένα τηλέφωνα
και στίχους που έπρεπε να μην τους κατεβάσεις.
Σε πάω στοίχημα μια μπουκάλα λήθης.


Φώτο: Η Barbara Stanwyck στην ταινία: «Sorry, Wrong Number»

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012

Να χάνεις είναι να κερδίζεις



Είχε ένα σουγιά
σπυράκια στο πρόσωπο
και κάτι τσιγάρα
που δεν τα ‘βρισκες πουθενά στη πόλη.
Είχε ένα μαλλί που μπορούσε
να σε πετάξει
απ’ το ένα παράθυρο στο άλλο.
Ήταν παρθένα
τρελή
μικρή
και παλαβή.
Μάζευε πέτρες
για να πετάξει στον καπνό
που φούμαραν τζιμάνια.
 Είχε ξυρισμένο μουνί,
έβραζε αυγά μ ένα κερί
κι έφτιαχνε κάτι ομοιοκατάληκτα
ορνιθοσκαλίσματα
συσσίτια ποιητών.
Είχε ένα σπίτι με air condition
και κάτι λάμπες κοκτέιλ.
Δεν ήταν κορίτσι της φυγής
ούτε σταγόνα ποταμιού
που έφτιαχνε τραγούδι.
Είναι Χριστούγεννα
και την σημείωσα
όπως μαρκάρουν
σφαχτάρια με ρολόι.
Λαμπάκια βαράνε στους τοίχους,
ζάχαρη ξημερώνει σε ρώγες
και στη Αθήνα πουλάνε ένα βιολί
προς υπενθύμιση για κάτι.
Ακολούθα κάτι,
όλοι κάτι ακολουθάνε
τον σουγιά μονάχα δεν θυμούνται
και τα τσιγάρα
κανείς.
Ώρα να παραδώσουμε
μικρή
παλάβωσε ο τόπος.

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

Άστρα και πρόβατα


Δώσ’ μου πέντε λεπτά
και θα σου πω για τους φανοστάτες
που μάντρωσαν ‘κείνον τον μέθυσο
και τον έδωσαν στα σκυλιά
μπας και ξεδιψάσει
μια ολόκληρη αγέλη ερπετών
με μνήμες.
Δώσ’ μου μια κούπα γνωστική
να βάλω μέσα της κρασί
και θα σου πω για το ζευγάρι
που κάποτε συναντήθηκε
κι έγραψε με σάλια ιστορία
που όμοιά της δεν έχεις ξανακούσει.
Δώσ’ μου του σκύλου το φαΐ
να το πετάξω ορεξάτο
σε μάνας χέρι τρέμουλο
που χάπι ήθελε αποβραδίς
τον κόπο να κοιμίσει.
Δώσ’ μου μουνόπανο τρελής
κι αν το μυρίσω θα σου πω
στο συρφετό της γειτονιάς
με πόσους έχει πάει.
Δώσε μου γάλα για να πιω
και δυόσμο να μυρίσω
γιατί τα ξέχασα κι αυτά
πίνω ένα ξύδι μισερό
και γεύομαι κριθάρι.
Δώσε φωτιά να ζεσταθώ
και θα σου μολογήσω
τα αίματα που χάθηκαν
καθώς το έθνος έτρεχε
μόνο για μια κουράδα.
Δώσε το χέρι σου να δω
πόσο αχρείος είσαι
κι όταν κινάς με την αυγή
φυλάς και τα μπατζάκια,
σταυρούς
άστρα
και όνειρα
της μάνας σου τον κώλο.

Κάτσε ρε
που πας. 

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

Ιστοφυλάκιο



Σαν γράφεις ένα
ντε και καλά ποίημα
νιώθεις πως συμβαίνει κάτι
κάτι που έχεις την εντύπωση
πως θα σώσει
την απώλεια
το πόνο
τ’ αξεκαθάριστα ρημάδια
που κάποτε μάζευαν στις σκάλες
τα γυαλιά τους για σένα.
Γράφεις
χωρίς να θυμάσαι τι ήθελες ακριβώς
να κάνεις
είναι γιατί έχεις συνηθίσει
τις σκάλες
τα γυαλιά
την απώλεια
τον πόνο
κι όλα τα υπόλοιπα σκατά
που λατρεύουν να διαβάζουν
οι αναγνώστες της ποίησης
και ανεβάζουν στο φέσιμπουκ
κάθε τρεις και λίγο.
Το μόνο που σε ενδιαφέρει
είναι να το εντυπωσιάσεις στο ίντερνετ
να νιώσεις
οκάδες γραφιάς
στυγερή σκάλα
γυαλί πόνος
και βολεμένη θύμηση
που τα like
και τα σχόλια
στη γιορτή
θα παίξουν το κομμάτι τους
όμορφα κι ωραία.
Όταν γράφεις ένα
ποίημα τελικά
θυμήσου να δουλεύει
ο κομπιούτερας καλά
να ναι γερή η σύνδεση
το αντίπαλο δέος
να βρίσκεται μια νύχτα μακριά
και με τον έναν
ή τον άλλο τρόπο
να χεις καβάτζα
μια ποιητική συλλογή
ολίγον φύση
και το τηλέφωνο
του ψυχιάτρου
στη δεξιά κολότσεπη.
Ο τρόμος μοστράρει αγάπη μου
ο οποιοσδήποτε τρόμος

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

Κάποιοι (vol.ΙΙ)



Κάποιοι άνθρωποι δεν κατάφεραν ποτέ
να ξεπεράσουν κάποια πράγματα
είτε αυτό ήταν η αριστερά
είτε η μάνα τους
είτε μια εμμονή στον άλλον
έστω κι αν το παιχνίδι
είχε κολλήσει προ πολλού.
Τρώνε μια μισή ζωή
για να χωνέψουν
μια υπόλοιπη.
Μοιάζουν σαν εκείνον το στίχο
που φταρνίζεται
και ζητά να μπει ο ήλιος
πάλι πίσω
και μέσα στη θάλασσα.
Του Μικελάντζελο είναι τούτο
και των τζέντλεμεν
της μαύρης θάλασσας.

Κάποιοι λάλησαν πως
η ζωή είναι ωραία
κ’ η ζωή είναι απλή
αλλά η ζωή δεν είναι απλή
κι ούτε πια είναι ωραία
και δεν μιλάω για εκείνους
που δεν έμειναν σ’ ένα μέρος
για μέρες, μήνες, χρόνια
βάζοντάς τα εκεί
να καθαρίσουν με τις λεπτομέρειες.
Τα πραγματικά προβλήματα ήταν αλλού
και άλλου.
Τα πραγματικά προβλήματα ήταν και είναι
όταν στάζει το καζανάκι σου
και δεν μπορείς να πατήσεις τα πλακάκια σου,
όταν μια μπρίζα σου κατεβάζει τον αδόξαστο,
και δεν σε νοιάζει να την αλλάξεις,
όταν σου μειώνουν το μισθό
και διαλέγεις φαγιά που μοιάζουν σαν λάστιχα,
όταν χρησιμοποιείς χαρτοπετσέτες αντί για κωλόχαρτο τα πρωινά
κι όταν πολυτέλεια πια
είναι να στέκεσαι με τα φώτα κλειστά
σ' ένα σιδερένιο κρεβάτι
καθώς έχεις ακόμα μαξιλαροθήκες
που δεν της έκανες ξεσκονόπανα.
Οι υπερβολές ήταν πάντοτε στο φόρτε μου,
όπως ο θάνατος,
τα μακαρόνια
και τα άπλυτα πιάτα.
Είναι σημαντικό να έχεις τα φόρτε σου σε κάτι,
ειδικά σε τούτες τι μέρες
που οι νύχτες είναι επικηρυγμένες
απ’ τη μιζέρια.

Κάποιοι άνθρωποι γυρνάνε
γύρω και μέσα στα φαρμακεία
γι’ αυτούς τα γράφω τόση τώρα
απειλούνται από φασίστες κάθε φάρας
κι αναρχοκούραδα κανακάρηδες.
Από ταμεία δίπλα σε μνημεία
από ποιήματα σε μαυσωλεία,
μπαίνουν από είσοδο σε είσοδο
μπας και γαμήσουν κάτι πιο ζωντανό
απ’ τη γυναίκα τους,
δεν πάνε σε ταβέρνες
δεν πατάνε στο γήπεδο
δεν κινάνε σ’ επισκέψεις συγγενών
δεν σκέφτονται να φουντάρουν απ’ τον πέμπτο
δεν κάνουν τίποτα απ’ όλα αυτά
παρά μονάχα
ποντάρουν τσίγκινα ψιλολόγια
σε εντεκάδες και αλόγατα
διαβάζουν σημάδια στην άσφαλτο
ξεγελώντας τη ζήση
φορώντας ένα στομάχι έτοιμο
μέσα σε τρύπια λαδωμένη μινέρβα φανέλα
γανωμένο για μια όμορφη
ρημάδα
απόλυτη
πανωλεθρία

πάλι καλά που υπάρχουν κι αυτοί
για να τα σπρώχνουν στους υπόλοιπους