Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2012

Μπαρωδίες / (κεφάλαιο πρώτο)


Κάθε μέρα που με ξυπνάει βλέπω στα κάμποσα χιλιόμετρα κι απέναντι σ’ ένα λόφο, μπογιατισμένη πάνω στις ράχες του, τα σύμβολα της τούρκικης σημαίας. Ένα φεγγάρι κι ένα αστέρι κάτασπρα, θρονιασμένα πάνω σ’ ένα λόφο για να τα βλέπει κάθε πρωί ένας ολόκληρος λαός. Το να βάζεις κάποιους άμοιρους πιτσιρικάδες φαντάρους μια στο κάθε τόσο να βάφουν την ασπρίλα του αστεριού και του φεγγαριού για να υπενθυμίζεις δεν ξέρω και ‘γω τι σε ποιόν σε κάνει σίγουρα το καλύτερο δείγμα εκείνου του ανθρώπινου είδους που όταν του φορέσεις το ανάποδο λευκό πουκάμισο θα ψάχνει τρόπους να το βάλει μέσα απ’ το παντελόνι για να «γράψει» καλύτερα η πατριωτική κορμοστασιά. Τα βράδια απ’ την άλλη, μερικά βράδια, όταν παίζω τις μουσικές μου στην πιο ειλικρινή ποταποθήκη της πόλης όπου ο αρχηγός της μοιάζει ίδιος ο Seasick Steve (αλλά καμιά τριανταριά χρόνια νεότερος), στα εικοσιπέντε πόδια απόσταση από τη θέση μου υπάρχει ένα ακατανόητο φυλάκιο όπου άλλοι άμοιροι φαντάροι φυλάνε το τίποτα. Το να βάζεις κάποιους άμοιρους πιτσιρικάδες φαντάρους κάθε βράδυ να φυλάνε το τίποτα σε κάνει απόλυτα βέβαια το δείγμα εκείνου του ανθρώπινου είδους που σαν η πατριωτική κορμοστασιά κάθεται καλά με το ανάποδο λευκό πουκάμισο μέσα από το παντελόνι τότε εκείνο που πραγματικά σε νοιάζει είναι το πώς θα βρεις ένα ολοκαίνουργιο σακάκι να πηγαίνει πανώρια με όλη τούτη την ακατανόητη γιορτή.
Είμαστε αυτό που είμαστε, αυτά που κάνουμε μας καθορίζουν κι επειδή όπως λένε: «όλα είναι μια σκατοδουλειά αλλά κάποιος πρέπει να την κάνει» υπάρχουν όλοι εκεί έξω που πρέπει να κάνουν την δικιά τους «σκατοδουλειά».
«Τι δουλειά κάνεις εσύ;» μου είπε ένα εξυπνακίστικο ελληνικό κολόπαιδο κατά τις τέσσερις το πρωί που σαν σήκωνε το χέρι του ήθελες δε ήθελες πήγαινε το μάτι σου σε μια μαλακία τατουάζ που έγραφε πάνω του «Μολών Λαβέ». Το να πας να χτυπήσεις ένα τατουάζ που γράφει «Μολών Λαβέ» σε κάνει πια μια κατηγορία από μόνο του. «Είμαι δισκοθέτης» του είχα πει, «ο δισκοθέτης της βραδιάς». «Τι εννοείς; Τι είναι ο δισκοθέτης;» είχε απορήσει. «Συνέθεσε τη λέξη και θα σου αποκαλυφθεί, αν την συνθέσεις θα καταλάβεις».
Οι συναντήσεις τα ξημερώματα στα μπαρ ήτανε κάποτε στο φόρτε μου, τώρα πια βαριέμαι και τις συναντήσεις και τα μπαρ. Το να ‘σαι δισκοθέτης αλλά να ‘σαι και καλός είναι κι αυτή μια σκατοδουλειά που απαιτεί μουσικές γνώσεις, ψυχολογία ψιλομεθυσμένης ομήγυρης κι ένα διασκεδαστικό μονοπάτι όπου θα πάρεις τον μπαρόβιο απ’ το χέρι θα του δώσεις να φάει λίγο απ’ το φαί του, θα δοκιμάσει απ’ το δικό σου κι αν είσαι πραγματικά καλός θα τον πας εκεί που θες εσύ, σ’ εκείνο το μονοπάτι που εσύ κρατάς τη μουσική βέργα, εσύ οδηγείς τον κόλο του, εσύ είσαι ο μαχαραγιάς των δίσκων κι ο άλλος απλά ο σαλτιμπάγκος σου. Αν καταφέρεις να κρατήσεις μια παρέα μεταλλάδων να μείνει σε ποταποθήκη που δεν παίζει μέταλ για τέσσερις ώρες και στο τέλος να χορέψουν με το «I wanna be alone» των Bullets θα σε παραδεχτώ μεγάλε. Όλα τα υπόλοιπα είναι ντιτζειλίστικες αχαΐρευτες φιοριτούρες. Ξεφύγαμε όμως διότι το θέμα μας, - αν υπάρχει θέμα που λέει κι ο ψηλός απ’ το βορρά – είναι οι ξασπρισμένες σημαίες, τα «μολών λαβέ», ο δισκοθέτης και το ανθρώπινο είδος γενικότερα. Η αλήθεια είναι πως όταν φτάνουμε στο σημείο που με ρωτάνε την καταγωγή μου, έχω πάντα ένα πρόβλημα κι έναν προκλητικό αυθορμητισμό αλλά επειδή έχω υποσχεθεί σ’ ένα κορίτσι ότι δεν θα πλακώνομαι πια στο ξύλο και στα μπινελίκια με αγνώστους, το αποφεύγω μέχρι που δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Το πρόβλημα με αυτούς που δεν αντιμετωπίζουν τους φασίστες είναι ο φόβος και το σοβαρό πρόβλημα εκείνων που ψηφίζουν τους φασίστες είναι η ελπίδα. Αν καθίσεις και μιλήσεις μ’ έναν φασίστα, μ’ έναν πατριδολάγνο που του αρέσει ακόμα το δάχτυλο στην κωλοτρυπίδα να γράφει μολών λαβέ, που λατρεύει μια χώρα που υπάρχει μόνο σαν φάντασμα σε b movie τρόμου κι έχει παντιέρα της το «ξεκοιλιασμένο κλουβάκι», όπως έλεγε ο Κοκτώ τον Παρθενώνα, θα καταλάβεις ένα και μόνο πράγμα. Πρώτα έρχεται ο φόβος και μετά η ελπίδα. Στο τέλος όμως και μετά από πολύ παρατήρηση το μόνο που θα δεις είναι το πρώτο. Τα μάτια θολώνουν από τρόμο, η γλώσσα σπαρταράει σαν κολόψαρο έξω απ’ το νερό, οι μυς ορθώνονται απειλητικά και σαν κοιτάει πως κανείς δίπλα του δεν τον στηρίζει μεταφέρεται σε σκυλί που γαβγίζει αλλά αν το κοιτάξεις κατάματα είναι μάλλον σίγουρο πως δεν θα δαγκώσει. Κάτι τέτοιο είχε γίνει και ‘κείνη την βραδιά όταν το ρημάδι το στόμα δεν είπα να το συνεφέρω στην υπόσχεση που είχα δώσει στο κορίτσι.
«Από πού είσαι πατρίδα;» ρώτησε το «μολών λαβέ».
«Δεν είμαι απ’ τη πατρίδα μεγάλε, οι ρίζες μου είναι σέρβικες, το χωριό μου σημαίνει «πράσινο» στα Σέρβικα, αλλά πια δεν έχω καμία σχέση μαζί του. Μεγάλωσα στην Καλλιθέα, έζησα στη Νέα Φιλαδέλφεια, πήγα να πεθάνω στη Κυψέλη, ερωτεύθηκα τα μαύρα κορίτσια της και τώρα πατρίδα μου είναι η Αγλαντζιά. Για αύριο βλέπουμε».
Πατρίδα του ήταν η Λάρισα, αρχηγός του ο Λεωνίδας, ποτάμι του ο Πηνειός και τώρα πια έτρωγε ψωμί στη Λευκωσία σερβίροντας ως «μπαρτέντερ» (καθώς είπε) την εκάστοτε μάρκα ανθρώπου (λέω ‘γω).
Είμαστε αυτό που είμαστε, αυτά που κάνουμε μας καθορίζουν και το «μολών λαβέ» απ’ τη Λάρισα, μπαρτέντερ στη Λευκωσία σέρβιρε όλο τον κόσμο διότι αυτή ήταν και είναι η δουλειά του.
-«Πολλοί ξένοι ρε φίλε, ειδικά τις Κυριακές αν τους δεις κατακλύζουν τη παλιά πόλη… και στην πατρίδα κάπως έτσι ξεκίνησε και τώρα δεν ξέρουμε ποιος είναι ποιος. Ευτυχώς που έχουν αρχίσει να κινούνται τα αδέρφια με τα μαύρα.». είπε.
-«Κοίτα μάστορα, μαύρα φοράω εδώ και δεκαπέντε χρόνια, εσένα με ροζ μπλουζάκι σε βλέπω κι από ‘κεί που κουνάω δεν σε κόβω ούτε τα ποτήρια να σκουπίζεις». είπα
-«Δεν κατάλαβα». είπε.
-«Για τους δισκοθέτες απ’ τη Κυψέλη λέω αλλά μάλλον δεν το ‘χεις το θέμα». είπα.
Το θέμα με τις εξυπνάδες είναι να τις κάνεις σε έξυπνους και αν θες την άποψή μου οι «μολών λαβέ» τύποι με τα μαύρα τη μέρα και τα ροζ τη νύχτα δεν είναι και πολύ έξυπνοι, όπως δεν είναι έξυπνες και οι εξυπνακίστικες περιγραφές που γράφεις σ’ ένα αφήγημα προοριζόμενο για τους τύπους με τα μούσια και τις δημόσιες θέσεις στον τομέα κουλτούρα. «Χου γκιβς ε φακ» όμως που λένε και τ’ «αδέρφια» μας οι αμερικάνοι! Εδώ είχα να σας πω μια ιστορία αλλά όσο προχωρά το μεσημέρι (κι όχι το βράδυ) μου φαίνεται ότι θα αρχίσω να γράφω για τις αρσενικές και θηλυκές λογοτεχνικές κυράτσες των εφημερίδων διότι οι άλλες των πολυκατοικιών μια χαρά δουλεύουν τα «σκατά» τους και θα τα δουλεύουν για πολλά χρόνια ακόμα. Στο θέμα μας όμως Σέρβε πράσινε απόγονε.
Η αλήθεια είναι πως εκείνη τη βραδιά έγιναν και ειπώθηκαν πολλά. Πατρίδες, τουρκικές σημαίες, αλβανοί, πακιστανοί, Λαιστρυγόνες, κύκλωπες, Μιχαλολιάκοι και Κασσιδιαραίοι, Κουκουέδες και Συριζαίοι, Καλαμαράδες και Κυπραίοι, του κόσμου οι μετανάστες πέρασαν πάνω από μια μπάρα που έπινε ένας δισκοθέτης κι ένας μπαρτέντερ φασίστας. Τα πάντα βρώμαγαν μπαρούτι, που λέει και το κλισέ. Είδα πως αν προκαλούσα τον τύπο να βγούμε έξω, να πλακωθούμε δίχως τα λουριά του να το σιγοντάρουν παίζοντας στο δικό του γήπεδο το σκορ λογικά θα έγραφε γύρω στο 5-0 ημίχρονο απ τη δικιά μου μεριά. Κανείς δεν μπορεί να τα βάλει μ’ έναν μεθυσμένο Κυψελιώτη δισκοθέτη που έμαθε να μετράει σκαλοπάτια με το κεφάλι και να βγαίνει ζωντανός προκαλώντας νέγρους νταβατζήδες απ’ τη Βικτώρια πέντε η ώρα το ξημέρωμα. Κανείς! Αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα ξέρετε ποιο είναι; Κείνο το μπαρτέντερ «μολών λαβέ» ακόμα δεν είχε καταλάβει τι στο διάολο δουλειά έκανα!   


Συνεχίζεται………..