Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

Η Χρεωκοπία του ΖΕΝ...του Λεονάρδου του Cohen

Όταν μπορώ να γλιστρώ το πρόσωπό μου

μέσα στο σωστό σημείο

και δυσκολεύομαι να αναπνεύσω

καθώς εκείνη κατεβάζει τα αχόρταγά της δάχτυλα

εκεί όπου ανοίγει,

για να με βοηθήσει να χρησιμοποιήσω όλο μου το στόμα

ώστε να χορτάσω την πείνα της,

την πιο ιδιωτική της πείνα –

γιατί να θέλω να φθάσω στην ενόραση;

Μήπως υπάρχει κάτι που έχω χάσει;

Ξέχασα μήπως το χθεσινό κουνούπι

ή το πεινασμένο φάντασμα της επόμενης μέρας;


Όταν μπορώ να περιδιαβαίνω αυτόν το λόφο,

μ’ ένα μαχαίρι στην πλάτη που μου το κάρφωσε το πολύ Chateau Latour

και να χύνω την καρδιά μου στην κοιλάδα

των φώτων του Κάγκουας,

να παγώνω από το φόβο καθώς το μαντρόσκυλο

φτάνει με τη γλώσσα κρεμασμένη μέσα από τους θάμνους

και αρνείται να με αναγνωρίσει,

και στέκουμε κι οι δυο, ναι, απορημένοι

ποιος θα σκοτώσει πρώτος ποιον –

και κινούμαι και κινείται,

και κινείται και κινούμε,

γιατί να θέλω να φτάσω στην ενόραση;

Μήπως παρέλειψα τίποτε;

Μήπως δεν αγκάλιασα κάποιους ανθρώπους;

κάποιο κόκαλο που δεν το ‘χω κλέψει;


Όταν ο Ιησούς μ’ αγαπά τόσο πολύ

Που αίμα χύνεται από την καρδιά του

και ανεβαίνω με μεταλλική σκάλα

στην τρύπα του στήθους του

που την προκάλεσε πόνος μεγάλος όσο η Κίνα

και μπαίνω στα Άγια των Αγίων

ασπροντυμένος και εκλιπαρώ και ικετεύω:

«Όχι αυτόν, Κύριε. Όχι εκείνον Κύριε. Σε παρακαλώ, Κύριε»

Και κοιτάζω μέσα από τα μάτια Του

τους απροστάτευτους που πάλι τους προδίδουν

και η απαλή ανθηρή ρώγα της ανθρωπότητας έχει παγιδευτεί

στις λαβίδες

της δύναμης, της ρωμαλεότητας και του χρήματος –

Γιατί να θέλω να φτάσω στην ενόραση;

Υπάρχει μήπως κατσαρίδα που δεν την έχω αναγνωρίσει;

Κάποιο σκουλήκι μήπως μέσα στον βόρβορο της μεγαλειότητάς μου;


Όταν οι «άντρες είναι βλάκες και οι γυναίκες τρελές»

κι όλοι κοιμούνται στο Σαν Χουάν και το Κάγκουας

κι όλοι είναι ερωτευμένοι εκτός από εμένα

κι όλοι έχουν μια θρησκεία κι ένα ταίρι

και μια μεγαλοφυία για την μοναξιά τους –


Όταν μπορώ να αργοκυλώ σε όλο το σύμπαν

και να γδύνω μια γυναίκα χωρίς να την αγγίζω

και να τρέχω άσκοπα για να ουρήσω

και να προσφέρω τους τεράστιους αργυρούς μου ώμους

στο φεγγάρι που έχει το μέγεθος καρφίτσας –

Όταν η καρδιά μου έχει, όπως συνήθως σπάσει

για την εφήμερη ομορφιά μιας γυναίκας νέας

και όλα τα σχέδια το ένα μετά το άλλο

ξεθωριάζουν σαν βασίλεια χωρίς γραφή

και, κοίτα, αγκομαχώντας φτάνω στο σταθμό

της ασύγκριτης μοναξιάς της Σαχάρας

και αναδεύω τον αέρα μέσα σε σκοτεινό κέλυφος

εύκολης λησμονιάς –

γιατί να ριγώ πάνω στο βωμό της ενόρασης;

γιατί να πρέπει να θέλω να χαμογελώ για πάντα;

από Το Βιβλίο του Πόθου

Εκδόσεις ΙΑΝΟΣ

σκίτσο Leonard Cohen


Κυριακή, 08 Νοεμβρίου 2009

Τρία ποιήματα...της Αθανασίας Κρατημένου


Μια εξίσωση

που χωρούσε όλες τις αμφιβολίες και τα περάσματα

σε ένδοξα μηδενικά.

Να ξεκινήσεις χωρίς αυταπάτες

με τα πόδια σου να τρέμουν,

το σώμα να μουδιάζει στην υποψία της κίνησης.

Σπας.

Την αγωνία και τις κρυψώνες.

Δεν γράφεις παρά για σένα.

Εσένα. Πάλι και πάλι.

Υπάρχει μια θλίψη,

τριγυρνώντας στα βλέμματα.

Ακονίζει τις απώλειες.

Συνήθως είναι γελοία.

Μια θλίψη εγκλωβισμένη είναι πιο επικίνδυνη κι από το φόβο.

Γι’ αυτό είναι γελοία.

Γιατί είναι μασκαρεμένος φόβος.

Θριαμβευτές ένδοξων παραιτήσεων, νωχελικών και ασυνάρτητων επιθέσεων, συντονισμένων και παραληρηματικών στάσεων.

Άλλος; Όχι πια.


~ ~ ~


Σφαγμένο παράπονο στις αγορές μιας ζωής στο τσιγκέλι της θλίψης.

Περιμένεις ακόμα στην αγχόνη να σιχτιρίσεις όλα σου τα βράδια

και τα όνειρα.

Θα τσακίσω τις φωτιές και τα πράσινα φώτα

που χορεύουν στους ρυθμούς της απόγνωσης.

Απελπίζομαι μόνο τα βράδια κι αυτό με μέτρο.

Σφυγμομετρώ τις οδικές απουσίες στους κόμβους της απώλειας.

Κοιτάζω ένα ανοιχτό παράθυρο στα σκισμένα χείλη σου.

Θέλω ένα χάδι ηλεκτρικό μες το μυαλό μου.

Κι αλίμονο μου.


~ ~ ~


Ένα παράπονο για τον τρόπο που γίνονται όλα κουβάρι.

Ένα κουτάλι που έπεσε,

η γυναίκα που κοίταξε και μετά κρύφτηκε στον καθρέφτη,

και έφυγε βιαστικά γιατί άναψε το φανάρι.

Εκείνο το τρέμουλο,

και η ανόητη επιμονή να μιλήσεις,

και εκείνη η ελπίδα

που δε θα στοιχημάτιζες ούτε ένα κατοστάρικο,

και η λέξη που δεν λες,

γιατί δεν την πιστεύεις,

αλλά δεν ξέρεις τι άλλο να πεις.

Μπορείς και μη πεις.

Αλλά πάντα θα σε σημαδεύει ένα όπλο που εκπυρσοκρότησε.

Αυτός ο τρόπος.

Υπάρχουν χρόνοι που εκδηλώνεται αρρώστια που προσβάλλει τα βλέμματα

και τις σκέψεις και το χάδι.

Με έχουν αγγίξει άρρωστα χάδια και έχω αγγίξει με άρρωστα χέρια.

Έχω τρομάξει με τα βλέμματα.

Σε καθρέφτες, σε τζάμια, σε μάτια, σε μυστικά.

Υπάρχει μια στιγμή

που όλες οι κατεδαφίσεις

στοχεύουν το παιχνίδι σου.

Κι ήδη κήδεψα τον ρυθμό

στα καλώδια σύνδεσης

που έχει βάλει νερό για τον καφέ νεκρής ώρας.


Ανέκδοτα ποιήματα της Αθανασίας Κρατημένου

Ο Πίνακας είναι του Γιώργου Ρόρρη

Δευτέρα, 02 Νοεμβρίου 2009

Ένα ποίημα χωρίς κόλπα

Η καρέκλα τρίζει αργά

μα κανείς δεν νοιάζεται.

Σφαγμένου ζώου το ποδάρι

το πιάνει κόκαλο ο θάνατος.

Η λίμνη σέρνεται απ’ τη φύση της

κι ένα ροδάκινο τρίβει τον έρωτα απ’ τ’ αχαμνά μου.

Το κόβεις απ’ τη ραχοκοκαλιά,

ληγμένη ζήση μες στα σπόρια.

Δεν λέω...

«Αγάπη μου τι θά βρεις».

Είδα κάτι

παιδιά που δεν σιχτιρίζουν στους δρόμους,

δε λεν’ τη μάνα τους πουτάνα

στο κανάκεμα ενός νέου παραμυθιού,

μιας γοβακιάς ξεφτίλα.

Άκουσε.

Σταμάτησα να ζω

και βλέπω αγύρτες πριν το κλάμα,

ύπνους

- που ο ίδρωτας -

σαν να ‘λεγε η γιαγιά μου,

άναβε τσιγάρα.

Ο ένας φοράει μάσκα πεθαμένου και

ο δεύτερος

‘κείνο το μπαγάσικο,

φωνή από θειάφι.

Το τρίτο,

το ξεπεταρούδι φάνταγμα,

κοπανάει το στυλό δίπλα απ΄ το περβάζι.

Το τέταρτο ξεφλουδίζει

μήλα και χέζεται πάνω του.

Το επόμενο,

λούζει με το ποτό μου τον μουσικό

τς τς τς τς τς τς...

όχι τον μουσικό μικρό καθαρματάκι μου.

Ωδή για ένα μπάσταρδο που δεν με γέννησε ακόμη.

Στίχοι για μια παιδούλα

που δεν ξέρασε την πουτανιά της

πάνω στον καλό μου αναπτήρα.

Ήξερα από νωρίς μαλάκα συγγραφέα

πως δεν θα μοιάσω σε σένα.

Ήξερα πολλά χρόνια πριν το

«πολλά χρόνια πριν».

Τόσο νέος και τραγικός

με τη θηλιά στο λάρυγγα

και τη μαγεία

στην κωλοτρυπίδα,

της γλώσσας ενός κατεργάρη

Νονού

ληγμένου απ’ τα κλαρίνα,

ξεμωραμένου

απ’ αλκοόλ

παραμυθιού

σάμπως τα μάτια ξεροχύνουν

σε μια ζαλάδα

άστριφτου κακού τσιγάρου.

Μην κοιμηθείς απόψε παιδί μου.

Το ξεφτέρι ποίημα

θα έρθει πριν θυμηθείς το μάθημά σου

και πριν χάσεις την ρημάδα τη ψυχή σου.

Ο τελευταίος στίχος είναι πάντα χωρίς κόλπα.


Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

Τέσσερα μικρά ποιήματα... του Βαγγέλη Πεταλά


Η ΑΝΑΜΟΝΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ Μ.Σ

Ο ποιητής μόνος πια κι έρημος
δίχως δάχτυλα να πιάσει το μολύβι
και τα ποιήματα να το σκάζουν σαν
δραπέτες της νύχτας από τα παράθυρα
και το μπαλκόνι
κι αυτός να κουρδίζει καθιστός
ξεκούρδιστα ελβετικά ρολόγια
με το βλέμμα καρφωμένο
στη βυζαντινή εικόνα με τον
Άγιο-Φανούρη
περιμένοντας να του φανερώσει
τα κομμένα του δάχτυλα.

ΕΝΑ ΤΡΕΛΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ

Ένα τρελό λεωφορείο
παίρνει σβάρνα την πόλη
Στις στάσεις οι άνθρωποι
ουρλιάζουν
” Ο χάρος βγήκε, βγήκε παγανιά”
τραγουδά από το ραδιόφωνό του
ο Μητροπάνος.

Η ΛΗΣΜΟΝΙΑ

Σιγά , σιγά τούς λησμονώ
ακόμα και τα τηλεφωνήματα
αραίωσαν
Ας ζήσουν όπως διάλεξαν
κι ας περάσουμε το υπόλοιπο
αναίμακτα
Η χάρη που μας δόθηκε στα νιάτα μας
ξεψύχησε
Σε κάθε βήμα λέοντες μας
σκάβουν το λάκο.

ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ

Ο άνεμος λυσσομανά
σαν άγριο θηρίο ουρλιάζει
σπάει πόρτες και παράθυρα
τις προσευχές μπερδεύει
των ευλαβών
σηκώνει τις παρθένες απ’ τα
κρεβάτια τους
ρουφάει το μεδούλι των νηπίων
και παίζει κρυφτό με τους φόβους μας.

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2009

Dead Man's Bones...In the room where you sleep

Dead Man’s Bones - “In the Room Where You Sleep” from villi starkasa on Vimeo.

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Για τα καφενεία που έπιναν πανέμορφες πουτάνες

Ξεχνάω

και θέλω να πω

«Η νύχτα ήταν σκληρή

σαν τον κώλο μιας σιδερένιας γριάς

που δεν γύρισε απ’ την ασημένια νύχτα».

Αλλά

γιατί να το πω

μιας και η σιδερένια νύχτα

είχε τον κώλο μιας ασημένιας γριάς.

Γιατί

έτσι κι αλλιώς

βλέπω αυτή την φορά.

Ο ένας γράφει έτσι

κι ο άλλος γράφει αλλιώς

κανένας όμως δεν γράφει σαν την πουτάνα της γειτονιάς

ράβοντας άγρια φορέματα με αίμα περιόδου

λίγο πριν τις τρεις το ξημέρωμα.

Ας είναι όμως

κάπως έτσι δεν είναι;

Με τον ανεμοδαρμένο κώλο ενός μεταφραστή

κοσμογυρισμένου

και φωτογραφημένου

που κοιμάται απ’ τις τέσσερις πριν το ξημέρωμα

όταν καμιά γυναίκα δεν ρολάρει

και μιλάει

και λέει

μια μπαγαποντιά εξυπνάδες

καθώς το φεγγάρι του σκουπίζει τον κώλο

με τις αποταμιεύσεις ενός βιβλίου

που αυτοί του είπαν

πως το μπλε δεν είναι νύχτα

το σάλιο δεν παίζει με τα γέλια

και ο στίχος

δεν έχει πλάκα στην ομοιοκαταληξία;

Ας είναι.

Για τα καφενεία θα φτύσω τα χέρια μου.

Θα ξεχάσω την υπέροχη όμορφη στιχομυθία

θα κατουρήσω πριν παραγγείλω το επόμενο

σε σωλήνα ποτήρι

και ύστερα

πριν ζαλιστώ

και πριν ποδοπατήσω

θα το παίξω αστέρας ποιητής

που ξέρει πολλά περισσότερα

απ’ τη βρώμα του χαρτονομίσματος

που ζέχνει

σε μια πανέμορφη

κιτρινιάρα

κι ετοιμοπόλεμη

κωλότσεπη

Ας είναι

ποτέ δεν θα μάθω να

φέρομαι σαν λόρδος.


photo by Eve Arnold

Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009

Ο Διάβολος πάνω σε στρατσόχαρτο...σύντομα

Omorfi Morfi Pou Morfazei Stin Omorfia from lightningriskeditall on Vimeo.

από τις εκδόσεις Ενδυμίων

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2009

The Cat Piano

The Cat Piano from PRA on Vimeo.

Σε μια μιαρή πόλη όπου οι γάτες πάντα τραγουδούν, ένας μοναχικός beat γάτα ποιητής ερωτεύεται την ντίβα τραγουδιάρα γάτα με το λευκό φόρεμα! Όταν μια σκοτεινή και μαύρη φιγούρα πιο βαθιά κι απ’ το σκοτάδι ξεπροβάλει απ’ το όχι και τόσο πουθενά απαγάγοντας την τραγουδίστρια της πόλης για τα σατανικά του μουσικά σχέδια ο ποιητής καλείτε να σώσει την μούσα του και να βάλει τέλος στις ανόσιες νότες που απειλούν την πόλη!

Ένα ολάκερο ποίημα του Eddie White απαγγελμένο από τη φωνή του Nicholas Edward Cave γίνεται το απόλυτο noir animation. Έμπνευση του σκηνοθέτη για τον χαρακτήρα του beat γάτα ποιητή υπήρξε ο Jack Kerouac ενώ το ποίημα και η ατμόσφαιρα γαλουχήθηκαν πάνω στα στοιχειά που μάζευε κάποτε ο Edgar Allan Poe.


The Poem by Eddie White


Long ago my city’s luminous heart, beat with the song of four thousand cats.
Crooners who shone in the moonlight mimicry of the spotlight.
Jazz singers. Hip cats that went ‘Scat!’
Buskers with open-mouthed hats hungry for a feed.
Parlours paraded purring glamorous songstresses.
Smoky hookahs and smoking hookers.
Strays strummed string and sung a cocktail of cat’s tails.
A decadent party of meowing sound.
A bohemian behemoth, post-midnight soiree.


Amongst the chorale ‘o tuneful ones was one fair queen who drew me from o’er the way.
Her fur, an amorous white and a voice that made all the angels of eternity sound tone deaf.
Blind with love at first sight, touched by the taste of her sound,
I longed to be the microphone she cradled near her breast.


‘Twas our Shang-ri-la of sound,
A paradise found where nothin’ could stop us.
Or so it seemed.


Singers began to vanish like sailors lost at sea.
Snatched from stage alley way
Shanghai’d from behind scarlet curtain.
Into thin air they disappeared without a single cry.
Police study the clues.
Foot-prints from human shoes.


So you’ve heard of every instrument but?
Torn from your history books is this pianola,
This harpsichord of harm.
The cruellest instrument to spawn from man’s grey cerebral soup.
The Cat Piano.


Confined were the cats in a row of cages.
With each note struck upon it’s ivory tusks,
A sharpened nail would pierce each cat’s tail,
Forcing a note from each pitch on the scale.


I ran my cursed writer’s run to tell her beware.
She wasn’t there.
My soul capsized.
Like a fish, paralysed.
On a chopping board, its spinal cord ripped forth from its body,
Her vocals the last the thief had needed,
A rare celestial pitch that would complete his collection.


The city in unrest.
Fights broke out in its sleep.
I couldn’t dream anymore.
There was a hole in my heart and everything fell out of it.
All music forbidden.
Keep your lullabies hidden.
And your A and E minors off the street after dark.


My town grew cold and bitter.
In icy hibernation was the once thumping heart.
Now seizing up.


Freezing up.

Katzenklavier.
The torturous worm of sound burrowed deep into my ears.
Le Piano du chat
I thought of Van Gogh.
Neko Piano.
I’d put an end to this incessant, inescapable drone.
Mao Gang Qin


I enlisted an army of the brave and I their general declared war.
Poised with tooth and fire in paw.
We would finally settle this musical score.
Eyes with fierce intent that glowed.
Through tempestuous waters we rowed.
Storming the shores,
Swarming in scores,
Scaling its walls with well-sharpened claws,
We invaded the tower through all its doors.


Up the winding stairs,
To meet him with blinding stares.
There he sat.
The organ grinder.


He turned, we pounced, we scratched and bit.
He stumbled.
Fell through the window.
Screaming into the indigo waters below.


We freed the chain gang from their jail.
Cremated the piano.
And for home we set sail.


The city had reclaimed its vestal muse.
It would live again.
Beat again.
Cats would sing in the street again.
And I in anonymity as I had been long before this soliloquy,
Could sit and listen from afar.
The Cat Piano, now a healed over wound.
And this ode its fading scar.

The Cat Piano site

Τετάρτη, 09 Σεπτεμβρίου 2009

Henry Miller…Ο Τροπικός του Καρκίνου (απόσπασμα)


Στον μεσημβρινό του χρόνου δεν υπάρχει αδικία: υπάρχει μονάχα η κίνηση της ποίησης που γεννάει την ψευδαίσθηση της αλήθειας και του δράματος. Εάν σε οποιαδήποτε στιγμή έρθει κάποιος ενώπιος ενωπίω με το απόλυτο, τότε η μεγαλειώδης ευσπλαχνία που κάνει ανθρώπους , όπως ο Γκαουτάμα και ο Ιησούς, να μοιάζουν θεϊκοί, παγώνει και χάνεται - το τερατώδες δεν είναι ότι οι άνθρωποι μπόρεσαν ρόδα να δημιουργήσουν από τούτη τη στοιβαγμένη κόπρο αλλά ότι, για κάποιο λόγο ανεξιχνίαστο, είχαν θελήσει να δημιουργήσουν ρόδα. Για τον ένα ή για τον άλλο λόγο, ο άνθρωπος θέλει το θαύμα, το αναζητάει, και για να το κατορθώσει θα πρέπει να πορευθεί μέσα από το αίμα. Θα διαφθαρεί από τις ιδέες, σε μια σκιά θα περιορίσει τον εαυτό του αν για ένα δευτερόλεπτο στη ζωή του όλη μπορέσει να κλείσει τα μάτια απέναντι στην αποτροπιαστική πραγματικότητα. Τα πάντα υπομένει – την ατίμωση, τον εξευτελισμό, την ένδεια, τον πόλεμο, το έγκλημα, την πλήξη – μπροστά στην πίστη ότι μες στη νύχτα κάτι θα συμβεί, ένα θαύμα, που θα κάνει τη ζωή υποφερτή. Και αδιάκοπα, όλο το χρονικό διάστημα, ένας καταμετρητής τρέχει εδώ κι εκεί εντός μας και δεν υπάρχει χέρι να μπορεί να τον φτάσει και να τον παύσει. Ναι, όλη την ώρα κάποιος τρώει της ζωής τον άρτο και πίνει της ζωής τον οίνο, κάποιος χοντρός παπάς σαν κατσαρίδα που κρύβεται στα κελάρια καταβροχθίζει τον άρτο και μπεκροπίνει με τον οίνο, ενώ πάνω απ’ το φως ενός δρόμου ένας οικοδεσπότης φάντασμα αγγίζει τα χείλη και το αίμα γίνεται άχρωμο σαν το νερό. Κι έξω από το δίχως σταματημό μαρτύριο και τη δίχως σταματημό δυστυχία κανένα θαύμα δεν γίνεται, κανένα έστω μικροσκοπικό κατάλοιπο ανακούφισης. Μονάχα ιδέες, ωχρές, εξασθενημένες ιδέες που πρέπει να παχύνουνε για το σφαγείο – ιδέες που παρουσιάζονται σαν τη χολή, σαν τα εντόσθια ενός γουρουνιού όταν του ανοίγουνε το κουφάρι.

Εκδόσεις Μεταίχμιο

Μετάφραση Γιώργος – Ίκαρος Μπαμπασάκης

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2009

Ο Dostoevsky για τους ονειροπόλους

...μέσα στην απάθειά του, με τα χέρια ενωμένα χαλαρά, δε θέλει να ξέρει ότι η ανθρώπινη ζωή είναι η διαρκής παρατήρηση του εαυτού μας μέσα στη φύση και την πραγματικότητα. Υπάρχουν επίσης ονειροπόλοι που γιορτάζουν την επέτειο των αισθημάτων, των εντυπώσεων που βίωσαν με τη φαντασία τους. έχουν σημειώσει τους μήνες όπου υπήρξαν ιδιαίτερα ευτυχείς, όπου η φαντασία τους τους έπαιξε τα πιο ευχάριστα παιχνίδια. Αν βάδισαν στον τάδε ή στον δείνα δρόμο, αν διάβασαν το τάδε ή το δείνα βιβλίο ή είδαν αυτή ή την άλλη γυναίκα, την ημέρα της επετείου επιδιώκουν να επαναλάβουν το ίδιο πράγμα φέρνοντας στη μνήμη τους και τις τελευταίες λεπτομέρειες της σαθρής, ανύπαρκτης ευτυχίας τους. δεν είναι τραγωδία μια ζωή σαν κι αυτή; Δεν είναι κάτι το φρικτό; Δεν πρόκειται για μια παρωδία, και μήπως όλοι εμείς δεν είμαστε λίγο πολύ ονειροπόλοι;


από επιφυλλίδα του Dostoevsky

"Μια Άνοιξη στην Αγία Πετρούπολη"

Μετάφραση: Άγγελα Ροίδου/Σταυρούλα Αργυροπούλου

Εκδόσεις Ροές

Πίνακας:

F.Dostoevsky in S.Petersburg

Από τον Leonid Zikeev