Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Λέοναρντ Κοέν / Υπέροχοι Απόκληροι (απόσπασμα)


Πάντα ήθελα να αγαπηθώ από το Κομμουνιστικό Κόμμα και τη Μητέρα Εκκλησία. Ήθελα να ζήσω μέσα σε μια φολκ μπαλάντα όπως ο Τζο Χιλ. Ήθελα να χύσω τα δάκρυά μου για τους αθώους που θα σακάτευε η βόμβα μου. Ήθελα να ευχαριστήσω τον αγρότη πατέρα που μας ανάθρεψε κυριολεκτικά «στο δρόμο». Ήθελα να κυκλοφορήσω με το άδειο μανίκι μου διπλωμένο και καρφιτσωμένο στο στήθος και να βλέπω τους ανθρώπους να χαμογελούν ενώ τους χαιρετάω με το λάθος χέρι. Ήθελα να πολεμήσω τους πλούσιους, έστω κι αν μερικοί απ’ αυτούς ήξεραν τον Δάντη: λίγο πριν το χαμό του, ένας απ’ αυτούς θα μάθαινε πως ήξερα κι εγώ τον Δάντη. Ήθελα το πρόσωπό μου να μεταφερθεί στο Πεκίνο με ένα ποίημα γραμμένο στον ώμο μου. Ήθελα να χαμογελάσω ειρωνικά μπροστά στο δόγμα και, παρ’ όλα αυτά, να καταστρέψω το εγώ μου κοπανώντας το πάνω στους σκληρούς του τοίχους. Ήθελα να αντιμετωπίσω τις μηχανές του Μπρόντγουεϊ. Ήθελα η Πέμπτη Λεωφόρος να ξαναθυμηθεί τα ινδιάνικα μονοπάτια της. Ήθελα να φύγω από μια πόλη ανθρακωρύχων, με τους κακούς τρόπους και τις πεποιθήσεις μου κληρονομιά από έναν άθεο θείο, έναν μεθύστακα που ήταν το μαύρο πρόβατο της οικογένειας. Ήθελα να διασχίσω την Αμερική μέσα σε ερμητικά σφραγισμένο τρένο, να είμαι ο μόνος λευκός που οι Νέγροι θα δεχτούν στις διαπραγματεύσεις για τη συνθήκη. Ήθελα να παρευρεθώ σε κοκτέιλ πάρτι ζωσμένος με ένα πολυβόλο. Ήθελα να πω σε μια παλιά μου φιλενάδα που αποστρέφεται τις μεθόδους μου ότι οι επαναστάσεις δε γίνονται σε μπουφέδες, ότι δε μπορείς να διαλέξεις το ένα ή το άλλο, και να δω την ασημένια τουαλέτα της να υγραίνεται χαμηλά στον καβάλο. Ήθελα να πολεμήσω ενάντια στη παντοκρατορία της Μυστικής Αστυνομίας, αλλά μέσα από τους κόλπους του Κόμματος. Ήθελα μια γηραιά κυρία που είχε χάσει τους γιούς της στον πόλεμο να με μνημονεύσει στην προσευχή της σε μια εκκλησία φτιαγμένη από λάσπη, εκπληρώνοντας την επιθυμία των γιων της. Ήθελα να σταυρωθώ σε ένα σταυρό από βρωμόλογα. Ήθελα να ανεχτώ παγανιστικά υπολείμματα σε αγροτικές τελετές, διαφωνώντας με την Κουρία. Ήθελα να διαχειριστώ μυστικά αγοραπωλησίες ακινήτων, ενεργώντας σαν πράκτορας αειθαλών, ανώνυμων δισεκατομμυριούχων. Ήθελα να γράψω καλά λόγια για τους Εβραίους. Ήθελα να τουφεκιστώ μαζί με άλλους βάσκους αγωνιστές επειδή μετέφερα το Σώμα του Χριστού στο πεδίο της μάχης κατά του Φράνκο. Ήθελα να κάνω κήρυγμα περί γάμου από τον απόρθητο άμβωνα της παρθενίας, παρατηρώντας τις μαύρες τρίχες στα πόδια των νυφών. Ήθελα να γράψω μια μπροσούρα ενάντια στον έλεγχο των γεννήσεων σε πολύ απλά αγγλικά, ένα φυλλάδιο για να πωλείται στο φουαγιέ, εικονογραφημένο με δίχρωμες ζωγραφιές διαττόντων αστέρων και αιωνιότητας. Ήθελα να απαγορεύσω το χορό για κάποιο διάστημα. Ήθελα να γίνω πρεζάκι – ιερέας που ηχογραφεί ένα δίσκο για την εταιρεία Folkways. Ήθελα να μεταφερθώ σε άλλες φυλακές για πολιτικούς λόγους. Έχω μόλις ανακαλύψει ότι ο Καρδινάλιος ---------- έχει δωροδοκηθεί με ένα μεγάλο χρηματικό ποσό από ένα γυναικείο περιοδικό, έχω δεχθεί σεξουαλική επίθεση από τον εξομολογητή μου, έχω δει τους χωρικούς να προδίδονται για έναν ευνόητο λόγο, αλλά απόψε οι καμπάνες ηχούν, είναι άλλο ένα βράδυ στον κόσμο του Θεού, και υπάρχουν πολλοί που πρέπει να τραφούν, πολλά γόνατα που λαχταρούν να λυγίσουν, κι έτσι ανεβαίνω τα φθαρμένα σκαλοπάτια φορώντας την κουρελιασμένη δικαστική μου τήβεννο.


Μετάφραση: Αλέξης Καλοφωλιάς
Εκδόσεις Κέδρος

Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

Κώστας Ρεούσης / Τέσσερις Μήνες



δεξιά η ρωσική κούκλα αριστερά το παγόνι ο πε-
λεκάνος της Σιγκαπούρης σκέφτηκε τους χαρτοκό-
πτες έτσι ως κέρατα τοποθέτησε κάπου κοντά στον
αυχένα στο κέντρο ο δύτης με βάση τη γυάλινη τι-
γρη ω τι πουτανιά τι οσμές να κι η πουστιά καβά-
λα τα’ άλογο σςς η βροχή την άμμο να λασπώνει το
γιασεμί το γιασεμί που βρέθηκε χεσμένο με σκόνη
σε σκόνη πετώ όπως κηφήνας ερωτεύεται είναι και
δεν είναι ε και το γραφέα γυναίκα έτυχε να κυ-
ήσει με σπόρο κακό ποιητή ειρημένου του ήλιου
προσταγή που στα μέρη μου κρούζει love will tear
us apart χαρίζει χαρίζει χαρίζει και ψυχές θερίζει
όταν η ομορφιά φίλησε την αυγή except the sight of
dust τη θέλω ξανά ξανά τη θέλω το μελαχρινό μου-
νάκι της π’ έψαχνα με μανία η γλώσσα μου μάγισ-
σα ευκίνητη να διαβαίνει το παρεό με τις τέσσερις
σαύρες έγινε κουρτίνα πείσμα του έψιλον π’ έτυχε
να κατέχει στενό μεστό κοντό ευλύγιστο είναι τι
ήρθε από την Ερμιόνη του βήτα που δοκίμασε εκ
νέου την αρμύρα το στυλό ψάχνεις το σγουγγαρά-
κι τα’ αφτιού στο πάτωμα και μες’ το τύμπανο εκεί-
νο κυματίζει ανοίγοντας την τρύπα το νερό δίοδο
να ελαύνει κολυμπώντας τα σπλάχνα τα σπλάχνα
κολυμπώντας και ξανά κολυμπώντας τα πρόσεχε
και μήνυσαν ράψε τα’ αντίθετα αντίθετα μην μετράς
ό,τι ανοίγει να περπατάς ήπειρος είναι αυτή ή ζέ-
                        στη που προσμένει


Μέσα από την ποιητική συλλογή του
Κώστα Ρεούση
«Ο Κρατήρας του Γέλιου μου»
Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2009

Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

Lynne Savitt / Απώλειες


μιλώντας για το κολλέγιο, αυτός
πως ήρθε απ’ το Κάνσας, πρώην γυναίκες,
σύζυγοι, παιδιά, τότε
που ήμασταν στο Λ.Α & ρώτησε
“τι έγινε στον πρώτο άντρα σου;”

“πεζοναύτης,” απάντησα “πέθανε
στο Βιετνάμ το ‘66”

ξεκίνησε να τρέμει & λιποθύμησε,
σάλιο μαζεύεται στο στόμα του,
γύρισα το κεφάλι του να μην πνιγεί,
για είκοσι λεπτά παραμιλά για
φρίκες στο Βιετνάμ & όταν
συνέρχεται λέει “συγγνώμη, πρέπει να φύγω”

τον πήρα απ’ το χέρι & και τον πήγα
στο δωμάτιο μου όπου όλοι οι πόλεμοι έληξαν

και μια σημαία ήτανε διπλωμένη στο συρτάρι.

Μετάφραση: Γιώργος Μανάδης

Μέσα από το βιβλίο
Lynne Savitt / Greatest Hits 1979 - 2003
Pudding House Publications

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

Τετάρτη, 15 Μαΐου 2013

Γεώργιος Βιζυηνός / Επικούρειον


Σ' αὐτὴ τὴν πρόσκαιρη ζωή μας, διατί
νὰ μὴ χαρῇ τὸ ζωντανὸ τὸ σῶμα;
Ὡς κ' οἱ μωροὶ τὸ λέν, πῶς εἴμεθα θνητοί,
πῶς θὰ μᾶς βάλουν μιὰ φορὰ στὸ χῶμα.
Μὰ οὔτ' οἱ Δεσποτάδες μας οἱ κορδωτοί,
οὔτε οἱ πλέον διαβασμέν' ἀνθρῶποι,
γνωρίζουν τί θὰ γείνουμε κατόπι
αὐτοῦ ποῦ θὲ νὰ πᾶμε. -
Βάλτε νὰ φᾶμε!
Βάλτε νὰ πιοῦμε!
Γιατὶ αὐτ`ο κανεὶς δὲν τὸ ἀμφισβητεῖ:
Φαγεῖ' καὶ πιεῖ' ἀλλοῦ δὲν θὰ τὰ 'βροῦμε.

Ἀνέλπιστα γυρνᾷ τῆς Τύχης ὁ τροχός,
κι' ὁ Χρόνος ποῦ περνᾷ, δὲν στρέφ' ὀπίσω.
Τῆς χθὲς ὁ Κροῖσος εἶνε σήμερα φτωχός,
κ' ἐγώ, ὁ νέος, αὔριον θ' ἀσπρίσω.
Αὐτὰ τὰ 'ξεύρουν ὅλοι πλέον εὐτυχῶς·
κι' ὅμως πολλοὶ στεροῦνται καὶ νηστεύουν!
Θὰ ἐλαφρύνουν τάχα, γιὰ ν' ἀναίβουν
αὐτοῦ ποῦ θένα πᾶμε:
Βάλτε νὰ φᾶμε!
Βάλτε νὰ πιοῦμε!
Γιατὶ ὡς κ' οἱ τρελοὶ τὸ 'ξεύρουν δυστυχῶς:
Φαγεῖ' καὶ πιεῖ' ἀλλοῦ δὲν θὰ τὰ 'βροῦμε.

Κι' ὅποιος μιὰ κόρη, μιὰν ὡραίαν ἀγαπᾷ,
ἂς τῆς χαρῇ τὰ πρῶτα πρῶτα κάλλη.
Λύπαις κι' ἀρρώστιαις θὰ τῆς πάρουν τὰ λοιπά,
καὶ θὰ τοῦ μείνῃ μόν' ἡ παραζάλη.
Αὐτὸ στ' αὐτὶ καλὰ βεβαίως δὲν χτυπᾷ.
Μὰ πλὴν αὐτοῦ, 'ξάφνου προβάλλ' ὁ Χάρος
κ' εἰδοποιεῖ: «Ἀφέντη, μὴ πρὸς βάρος -
Κοπιάστενε νὰ 'πᾶμε!...»
Βάλτε νὰ φᾶμε!
Βάλτε νὰ πιοῦμε!
Γιατὶ φαγεῖ' καὶ πιεῖ' καὶ κάλλη χαρωπὰ
στοῦ Χάρου τὸ κελλὶ δὲν θὰ τὰ 'βροῦμε!


Μέσα από το βιβλίο 
Γεώργιος Μ. Βιζυηνός / 
Ατθίδες αύραι / 
εκδόσεις Ερατώ

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Lynne Savitt / Έξι πράγματα που πρέπει να ξέρεις αν αγαπάς έναν κατάδικο


1. Ποτέ μην τον αποκαλείς κατάδικο

2. Κανείς δεν ενδιαφέρεται να κάνει remake στον Ρωμαίο και την Ιουλιέτα
    όντας μεσήλικας και αλυσοδεμένος.

3. Πεντακόσια γράμματα το χρόνο
    σε κρατάνε ζεστό μόνο αν τα κάψεις

4. Όσο εσύ παραιτείσαι από τον έξω κόσμο,
    τόσο πιο άντρας θα αισθάνεται αυτός μέσα του.

5. Τα σουτιέν αποσυντονίζουν τους ανιχνευτές μετάλλων
    όταν περνάς τις πύλες

6. Η Αγάπη και η δικαιοσύνη είναι δίδυμες αδελφές   

1988

Μετάφραση Γιώτα Παναγιώτου
Μέσα από το αμερικανικό περιοδικό Painted Bride Quarterly
A Poetry Retrospective 1973 – 1993 / 
Διπλό τεύχος 50/51, 
Επιμέλεια Luis McKee

Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Έτσι γυρίζει



Πίστεψέ το.
Έτσι κι αλλιώς οι περισσότεροι
γι’ αυτό που δεν πιστεύουν
θα πεθάνουν.
Ρώτα την μη αραιωμένη πορτοκαλάδα
στα δεξιά του πλευρού τους
πάνω στο άσπρο κομοδίνο
και λίγο πιο δίπλα στα χαρτομάντιλα
ζεβασόφτ.

Πίνακας: Dying Man του Shahid Mirza

Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

Βάιος Καλογριάς / απέγινε η καρδιά


είμαι ο Άνθρωπος που μιλάει. Αλήθεια. τα λόγια Δεν είναι επάγγελμα. για εμένα. είναι Αξία & Πάθος. είμαι καλά. καλά είμαι. όμως  κλαίω. κ΄ είμαι υγιής αλλά στεναχωριέμαι τόσο. συνεχώς λυπάμαι. μια χαρά είμαι μέσα στον πόνο. ωστόσο. Ναι είμαι τέλεια το παραδέχομαι. περίπου. μα υποφέρω. κανένα πρόβλημα καμία κακουχία. είμαι ελεύθερος. νομίζω; να τυραννάω το μυαλό μου. "Πετουρεί κι εμένα η ψυχή μου, δε λέω". αλλά τα καταφέρνω να ξεχνιέμαι με φίλους που καταλαβαίνουν. άραγε υπάρχουν; με δένω. ο ίδιος μου εαυτός με συλλαμβάνει. ο εαυτός μου ένας γαμημένος μπάτσος. μου φοράει βραχιόλια. μου τα παίρνει όλα. Εσένα πρώτα. με χώνει βαθιά σ' ένα κελί. ένα κελάρι. με μία όμορφη. μία και μοναδική παρέα. στα μάτια των συγκρατουμένων βλέπω εσένα μοναχά. με σκοτώνεις. και δεν καταλαβαίνω. πως είναι δυνατόν να σου αρέσει να σκοτώνεις. αυτό το πράγμα το δυσεύρετο. το αθώο κι Ωραίο με την αρχαία έννοια η τελευταία λέξη που ξεκινάει πάντα από Α. και με κοιτάνε. τα δικά μου μάτια. τα από μέσα. να πεθαίνω. και ταυτόχρονα να αναπνέω. βαριά να παίρνω ανάσα. Ανάσσα  - Αργοσβήνω. τρέμω χάνομαι σκάω. με ο,τι ζητάω πορεύομαι στον χρόνο χωρίς να το έχω. αλλά ρε φίλε πάντα το κουβαλάω μαζί μου. το φοράω στο νου μου το ξεπλένω με δάκρυα να καθαρίσει να γίνει έντονο διάφανο να γενεί αγωνία κι έπειτα το καταστρέφω. σε πρώτο πρόσωπο προστάζει η λεηλασία να επιτάξει. είμαι εκείνο που το αφήνουν. σταδιακά διαδοχικά όλοι ένας ένας μία μία. Μόνο. αυτό που πάντα άλλωστε ισχυρίζομαι πως επιδιώκω. αλλά δεν ξέρω ακόμα. πόσο μακριά θα φτάσω για να σου πω, ότι είμαι αυτό που δεν σαπίζει. δεν διαβρώνεται δεν χαλάει. είμαι κάτι. μέσα στο στήθος. βαράει χτυπάει κοπανιέται γελώντας ξαφνιασμένο έντρομο απλησίαστο πλάσμα. το άρωμα του αντίο παντοτινό στα ουράνια.

Πίνακας: Francisco Goya / Prison Scene

Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Η Κρίση αρπάζει το στύλο


Κανάλι μόνιμο στυφό
μαϊμούδες και κοράκια
γέλια ηλίθια
και πνοή στην κόρη των ματιών σου.
Πρόνοια καρκινωμένη
κάτουρο γλυφό
ασήμι και δάχτυλα
μενεξέδες μυρωμένοι
μανάδες και σκοπευτές
γένια ρηχά
νέα μαλλιά
κι ένα ξεροχυμένο βόδι
μου χαρίζει αναπτήρα
από κατεχόμενο χρυσορυχείο .
Σε κάθε πουτανομπυραρία τελικά
κρύβεται όλο το λάγγεμα
της νήσου.

Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Bar Dance