Δευτέρα, 13 Ιούλιος 2009

Κλείτος Κύρου...Όταν στους δρόμους βροντούσαν τα τύμπανα

Όταν στους δρόμους βροντούσαν τα τύμπανα
Οι επιστροφές σκότωναν τις ελπίδες
Κρατώ το χέρι σου μες στο σκοτάδι
Και προχωρώ
Εσύ και δυο άστρα που επιζήσαν
Οι μόνοι μου συνοδοί
Τα σχέδια που δεν πρόφθασα να χαράξω
Κι οι φαντασίες του σύγνεφου στο λιοβασίλεμα
Σημαδεύουν την αρνητική πορεία
Δεν μένει παρά να πλαγιάσουμε στον κάμπο
Και ν' αγαπήσουμε το πρώτο μαρτολούλουδο που δεν έκοψες
Αυτοί που μας αγάπησαν πεθάναν πριν μας μισήσουν
Αυτούς που θ΄αγαπούσαμε τους υπόταξε η λογική


Παιδιά σαν ήμασταν δεν παίξαμε ποτέ
Έφηβοι δεν κλάψαμε
Σαν γίναμε άντρες λησμονήσαμε το γέλιο
Πώς θέλετε να πάψουμε να νοσταλγούμε


Καθισμένη στα βράχια δαγκώνεις πικρόριζες
Κι ένας αγέρας επιβίωσης φυσάει απ' τις σχισμές των ματιών σου
Έχω το φέρσιμο των σκοτωμένων Άγγλων ποιητών που τους διάβασα στα βιβλία
Συλλογίζομαι αυτούς που έφυγαν από κοντά μας σιωπηλά και με διάκριση

τόση
Άλλοι χάθηκαν σε πλοία ναυαγισμένα, άλλοι αφανίστηκαν από σιβυλλικές ασθένειες, άλλοι δολοφονήθηκαν


Ζούμε στη βασιλεία της διασποράς

Η κάθε μέρα και μια εφήμερη προέκταση
Κάθε βράδυ οι εραστές ζητούν απόμερες γωνιές
Κάθε άνθρωπος ανακαλύπτει κάποτε το αδύνατο ενός γυρισμού
Κι όμως δεν αντιστέκεται αποχτάει συνήθειες
Διασταυρώνει το σπέρμα του με καινούργιες γυναίκες
Υποβάλλει τη μνήμη του σε συνεχή αφαίρεση
Και τέλος φεύγει από κοντά μας

Όταν στους δρόμους ξαναβροντήσουν τα τύμπανα
Θα ξεριζώσω τη φωνή μου
Και θ' αγαπήσω δυο φορές το σχήμα της σιωπής σου.

Από τη συλλογή «Σε πρώτο πρόσωπο» (1957)

Θεσσαλονίκη, έκδοση του Ελληνισμού του εξωτερικού

Πέμπτη, 2 Ιούλιος 2009

Pina Bausch (27 Ιουλίου 1940 – 30 Ιουνίου 2009), R.I.P


Όταν σ’ εκέινο το café

ένα μονάχο κόκαλο ελαφρύ

με πέρασε απ’ τη μία άκρη στην άλλη

δίχως να πέσει ούτε μια καρέκλα....

Δευτέρα, 29 Ιούνιος 2009

Τα Ανεπίδοτα Γράμματα του Άρη Αλεξάνδρου

....................
Δίπλα στις στάμνες που κρυώνουν το νερό
Λέω πως αν ήταν να διαλέξω
Θα 'ρχόμουν κοντά σου.
Αν έβρισκα το σπίτι μου
Θα σ' έπαιρνα μαζί μου.

Ο χρόνος έχει λυώσει και κατεβαίνει την πλαγιά
Μια λάβα που με αγγίζει στις γυμνές μου φτέρνες.
Κοιτάζω γύρω βιαστικά
Τη γη τη θάλασσα το φως
Και παίρνω φεύγοντας τα τσίτινα λουλούδια σου
Το λάστιχο στη μέση που φουσκώνει σαν μια φλέβα
Την τελευταία νύχτα μας
Τόσο διάφανη νύχτα
Που κάπου πρέπει νάπεσε ο καπνός
Φεγγαρωμένος.

Σα να μη χάθηκαν ακόμα οι βραδυνές φωνές τους
Καθώς μισάνοιγαν οι πόρτες
Στο καλό
Όλα θαρθούνε καλοκαίρι
Τώρα που φεύγουνε φαντάροι
Και θα γυρίσουνε παιδιά μας.

Εσύ το ξέρεις πως δεν έφυγα φαντάρος
Εγώ το ξέρω πως ποτέ δε θα γυρίσω.
Τόμαθα προχθές.
Οι πεθαμένες μάνες
Δεν έχουνε παιδιά.

Τελειώνει το πετρέλαιο στη λάμπα
Η φλόγα λαχανιάζει στο γυαλί
Σα λαιμός σφαγμένος
ενός μαύρου κόκορα.

Όλες οι βάρκες
Είναι τραβηγμένες στη στεριά.

Κυριακή, 21 Ιούνιος 2009

Hey!


hey
been trying to meet you
hey
must be a devil between us
or whores in my head
whores at my door
whores in my bed
but hey
where
have you
been if you go i will surely die
we're chained

uh said the man to the lady
uh said the lady to the man she adored
and the whores like a choir
go uh all night
and mary ain't you tired of this
uh
is
the
sound
that the mother makes when the baby breaks
we're chained

Δευτέρα, 15 Ιούνιος 2009

Paul Eluard…Η ποίηση είναι μεταδοτική

Ο Αμπλαούπλας, ο Τσαλαβούτας κι ο Χαζόγιαννος, και βέβαια είναι ποιητές!

Ο Γκόνγκορα, ο Έντγκαρ Πόε, ο Μαλλαρμέ, και βέβαια ποιητές!

Το δράμα όμως βρίσκεται στους ποιητές που λένε «εμείς», σ’ αυτούς που παλεύουν, που ανακατεύονται με τους συνανθρώπους τους, και μάλιστα, και προπάντων, αν είναι ερωτευμένοι, θαρραλέοι. Η ποίηση είναι αγώνας.

Οι αληθινοί ποιητές ποτέ τους δεν πίστεψαν ότι η ποίηση τους ανήκει, δίκην ιδιοκτησίας. Στα χείλη των ανθρώπων ο λόγος δεν στέρεψε ποτέ: οι λέξεις, τα τραγούδια, οι κραυγές αλληλοδιαδέχονται το ένα το άλλο αέναα, διασταυρώνονται, συγκρούονται, μπερδεύονται. Η παρόρμηση της λειτουργίας της γλώσσας έφτασε ως την υπερβολή, ως τον πλεονασμό, ως την ασυναρτησία. Οι λέξεις λένε τον κόσμο και οι λέξεις λένε τον άνθρωπο, ότι ο άνθρωπος βλέπει και αισθάνεται ότι υπάρχει, ότι υπήρξε, την αρχαιότητα του χρόνου και το παρελθόν και το μέλλον του αιώνα και της στιγμής, τη θέληση, το αθέλητο, τον φόβο και τον πόθο αυτού που δεν υπάρχει, αυτού που θα υπάρξει. Οι λέξεις καταστρέφουν, οι λέξεις προλέγουν, συναρμολογημένες ή ασυνεχείς, δεν ωφελεί σε τίποτα να τις αρνιόμαστε. Μετέχουν όλες στην επεξεργασία της αλήθειας. Τα αντικείμενα, τα γεγονότα, οι ιδέες που αυτές περιγράφουν, μπορεί να σβήσουν γιατί τους λείπει το σθένος, είμαστε βέβαιοι ότι θα αντικατασταθούν από άλλα που θα έχουν συμπτωματικά προκαλέσει, και που, αυτά, θα διαγράψουν την πλήρη τους εξέλιξη.

Λίγες λέξεις μας χρειάζονται για να εκφράσουμε το ουσιώδες, μας χρειάζονται όμως όλες οι λέξεις για να το καταστήσουμε πραγματικό. Οι αντιφάσεις, οι δυσκολίες βοηθούν στην πόρευση του σύμπαντός μας. Οι άνθρωποι έχουν καταβροχθίσει ένα λεξικό και ότι ονοματίζουν υπάρχει. Το ακατανόμαστο, το τέλος του παντός δεν αρχίζει παρά στα σύνορα του αδιανόητου θανάτου.


Από Τα Μονοπάτια και οι Δρόμοι της Ποίησης

Μετάφραση Γιώργος Σπανός

Κυριακή, 7 Ιούνιος 2009

Μάνος Χατζιδάκις και Γιώργος Ζαμπέτας στο Τρίτο Πρόγραμμα

Ήταν τριάντα χρόνια πριν και μια Κυριακή που μια αρμαθιά, κάποια αρμαθιά ανθρώπων, κοινωνούσαν πάνω από τα λόγια του Μάνου Χατζιδάκη και κάτω απ’ τον βήχα με τ’ αλάνικα αστεία του Γιώργου Ζαμπέτα που ξέσκιζε το μπουζούκι σάματις ξεχασμένος φονιάς μουσικής παλινδρόμησης ασύδοτων εποχών. Ήταν Κυριακή και τριάντα χρόνια πριν, παραμονές Χριστουγέννων όταν ο Μάνος Χατζιδάκις ζήταγε απ’ τον Ζαμπέτα να παίξει ότι πιο μάγκικο ξέρει κι εκείνος δίχως ματαιόδοξα κουραφέξαλα κάπνιζε ανημέρωτες νότες γύρω από τοίχους κι ανάσες που δεν ξεπλήρωσε ποτέ αυτή η ρημάδα η χώρα. Ήταν Κυριακή κι ένα πιάνο ζήταγε μελαγχολία κι ένα μπουζούκι έδινε κατακάθι πικρού καφέ ταμένο με κονιάκ χωρίς φόβο να πεθάνει, κλαίγοντάς το δίχως χείλος αλμύρας μα με πληγιά ανήμερης πενιάς. Ήταν Κυριακή μα όχι σαν τούτη σήμερα την αλλαξοκωλιάρα κι έσταζε κρύο από μπουζούκι και πιάνο ξεδοντιάρικο μελλούμενο προφήτη...ήταν Κυριακή και συγχωρήστε με μα μετάλαβα με μια κασέτα που μου ‘γραψε μια φίλη χρόνια πριν και σήμερα την μοιράζομαι μαζί σας.


Κυρίες και κύριοι από τα Χριστούγεννα του 1979 ο Γιώργος Ζαμπέτας αυτοσχεδιάζει στο μπουζούκι για το τρίτο πρόγραμμα. Οικοδεσπότης ο Μάνος Χατζιδάκις!


«Το λαϊκό, το μάγκικο και το παλιό ρεμπέτικο. Τρεις διαφορετικές έννοιες σε τρεις διαφορετικές λέξεις που κάθε τόσο τις μπερδεύουμε και εννοούμε να τις κάνουμε ένα. Μια τριάδα ομοούσια για τους νέους της σήμερον, που ακούνε Βαμβακάρη με την προσήλωση που ένας φανατικός οπαδός της όπερας από καλή οικογένεια ακούει «Σιμόνε Μποκανέγκρα» στην Εθνική μας Λυρική Σκηνή. Και οι δύο επικοινωνούν με τη μουσική τόσο, όσο κι εγώ με το ποδόσφαιρο – και ας με συγχωρέσει το ποδόσφαιρο.

...Το λαϊκό σημαδεύει το χρόνο και περιφρονεί τους ερασιτέχνες της κουλτούρας.

Το μάγκικο, πάλι, έγινε βιομηχανικό ντύσιμο ακριβής κατασκευής που χρηματοδοτεί πολυτελή καταστήματα στην οδό Τσακάλωφ.

Και το παλιό ρεμπέτικο, έγινε αφίσα, μυροπωλείο ινδικών αρωμάτων, πέρασμα πληκτικών ενηλίκων και νεαρών κολυμβητών, σκοτεινό μαγαζί όπου ενεδρεύει η οριζόντια πτώση και η εξουθένωση πτηνών και ποιητών.

Το λαϊκό δεν είναι πια το μάγκικο και το παλιό ρεμπέτικο. Γιατί αυτά δεν μας αποκαλύπτουν τίποτα πια. Και συνεπώς δεν έχουν θέση».

Μάνος Χατζιδάκις

Κυριακή 14 Μαιου 1978

Κυριακή, 31 Μάϊος 2009

Τελευταίος Σταθμός...

Τετάρτη, 20 Μάϊος 2009

Σκέψεις που κάνει μια στριπτηζέζ την ώρα που γδύνεται...του Bertolt Brecht


Της μοίρας μου είναι γραφτό στο στραβό τον κόσμο αυτό
Την τέχνη να υπηρετώ σαν το στερνό της δουλικό
Και στους αφέντες να χαρίζω λίγη απόλαυση.

Μα αν τύχει ποτέ κανείς να με ρωτήσει
Τι νιώθω όταν το κορμί μου τσιτσιδώνω
Κάτω απ' τα φώτα, με κινήσεις ωραίες, πονηρές
Με το χρυσό προβολέα καταπόδι μου - σαν στριπτηζέζ
Τίποτα του απαντώ.

Κοντεύει δώδεκα. Θα χάσω το λεωφορείο.
Στ' άλλο μπακάλικο πουλάνε καλύτερο τυρί.
Ο χοντρός λέει: Τώρα θ' αρχίσει να κυλάει
Κρατάει πάνω του μαχαίρι.

Μισογεμάτο. Κ' είναι Σάββατο! Πάλι θα ξημερωθώ.
Πιο χαμογελαστή. Η ατμόσφαιρα είναι πνιγερή.
Βούλωστο εκεί χάμω, θα σου τα δείξω. Λύκοι!
Το νοίκι πως θα το πλερώσω;...

Ξέχασα να πω του γαλατά να μη μου φέρει γάλα.
Όχι, σήμερα δε δείχνω πισινό.
Μοναχά θα τον κουνήσω μία στάλα.
Το φαί μου φέρνει αναγούλα στο "Κίτρινο Σκυλί".


Από τα 76 Ποιήματα του Μπέρτολτ Μπρεχτ
Εκδόσεις "Θεμέλιο"
Μετάφραση Πέτρου Μάρκαρη

Δευτέρα, 11 Μάϊος 2009

ο Χειμώνας...του Μήτσου Παπανικολάου

Μη με προσμένει πια να ρθω στο βουερό ακρογιάλι.
Την αμμουδιά να πάρουμε, να φθάσουμε ως το μώλο.
Στην καταχνιά της θάλασσας και στην ανεμοζάλη
Σα ροδοσύγνεφο σκορπά, σβήνει το είναι μου όλο.


Κάποια φωτιά ονειρεύομαι για το σβηστό μας τζάκι
Ν’ αστράφτει μες στη σκοτεινιά της σάλας της κλεισμένης.
Να κρούει το παραθύρι μας ο αέρας, το νεράκι
Και εσύ δειλή κι αμίλητη στο πλάι μου να μένεις.


Να λες σ’ αυτή σου τη σιωπή όσα ποτέ δεν είπες
Στις ανοιξιάτικες αυγές, στα θερινά τα βράδια,
Ν’ αντιστοράς στο βλέμμα σου χαρές μαζί και λύπες
Πόθους, παλμούς, ονείρατα, φιλιά, αγκαλιές και χάδια.


Κι έτσι στην κρύα τη σκοτείνιά της νύχτας του Γενάρη
Μες στ’ όνειρο θ’ αγγίξουμε μια άνοιξη περασμένη,
Τα ΄ρόδα τα’ απριλιάτικα που πια μας τα’ χουν πάρει
Ή Μοίρα μας κι οι ξένοι.


.........................

Κυριακή, 3 Μάϊος 2009

«Ν»...του Γιάννη Ευσταθιάδη

Το δωμάτιο άδειο, τα φώτα σβηστά, το μαξιλάρι παγωμένο, η εποχή στεγνή, τα φωνήεντα σιωπηλά, τα βιβλία αδιάβαστα, η μουσική ασυγχρόνιστη, ο λόγος μόνο λέξεις, η αλήθεια απούσα, η ομορφιά αόρατη, η πειθώ δραπέτις, η γνώση ανώφελη, ο ερωδιός βουβός, η ευτυχία ύποπτη, η δορκάδα χαμένη, οι καρέκλες βραδινές, οι νύχτες δαιδαλώδεις, οι ομιλίες κενές, οι παρεμβάσεις άστοχες, η άνοιξη ανέτοιμη, η μοναξιά χωρίς νόημα, η μεταμέλεια περιττή, η εντύπωση φευγαλέα, ο ήχος μονότονος, το κερί λιωμένο, οι μανόλιες μελαγχολικές, οι σιδηροδρομικές γραμμές σε σύγχυση, οι φωτογραφίες προπολεμικές, οι προσευχές βέβηλες, οι διαδόσεις ανυπόστατες, οι θεωρίες ανεπιβεβαίωτες, η ευχή ανεκπλήρωτη, ο φωνογράφος ξεκούρδιστος, η ξηρασία επερχόμενη, η διαδικασία συνοπτική, οι πλανήτες αλαζόνες, τα σχέδια εκτός κλίμακος, η επιστήμη ανίκανη, η τέχνη άχρηστη, ο ταύρος ανερέθιστος, τα αισθήματα πεπερασμένα, η χρησιμότητα αμφίβολη, το ένδυμα ξένο, το νόμισμα κίβδηλο, το πνεύμα ασθενές, το μολύβι ύπουλο, το χαρτί άγραφο, η βροχή μετεωρολογία, η ακτή έρημη, τα απογεύματα κυριακάτικα, η μνήμη λανθάνουσα, οι εργάτες άνεργοι, οι επαναστάτες συμβιβασμένοι, το σκοτάδι κυρτό, το μαχαίρι σκουριασμένο, η οδοντόβουρτσα ξερή, η άθροιση λάθος, η παρομοίωση εύκολη, η ομοιοκαταληξία παράταιρη, το άνθος λουλούδι, η μαρτυρία ψευδής, το φεγγάρι λαβύρινθος, τα σήματα ελλειπτικά, τα κείμενα αμετάφραστα, οι καθήμενοι όρθιοι, το αίμα έμμηνο, η ανακεφαλαίωση ακατανόητη, οι μηχανές αρρύθμιστες, ο Παπαδιαμάντης άθρησκος, η σάρκα άρρωστη, η φθορά περιρρέουσα, η ευθεία ατελείωτη, η γραμμή τεθλασμένη, το τραγούδι φάλτσο, το χτύπημα άρρυθμο, το σημάδι φευγαλέο, η αρχή τέλος, η φυγή αδύνατη, η κραυγή ψίθυρος, η πηγή στείρα, τα χρώματα άτονα, οι επιγραφές σβησμένες, η θάλασσα τεταραγμένη, η συμφωνία ημιτελής, η σιωπή μονοσήμαντη, οι σφυγμοί φθίνοντες, οι ρυθμοί ασυγκέραστοι, η εικόνα συγκεχυμένη, η παρέλαση ανεπίσημη, ο σχηματισμός εν διαλύσει, η υπογραφή δυσανάγνωστη, η απόφαση πεπλανημένη, το ψηφίο φθαρμένο, το βάρος ελλιπές, το σχήμα ακανόνιστο, το γράμμα ανεπίδοτο, οι ορίζοντες νεφελώδεις, η φωτιά εκπνέουσα, η ματιά απλανής, η βραδιά διαρκής, η καταδίκη ερήμην, ο δολοφόνος ελλοχεύων, ο άνεμος ακίνητος, η φύση συνήθεια, ο Λόρκα πεζός, το εισιτήριο σκισμένο, οι κινήσεις εκκρεμείς, το εκκρεμές σταματημένο, τα τσιγάρα στυφά, το δέμα απολεσθέν, το ξυραφάκι χρησιμοποιημένο, το πλήθος ένας, οι κυκλώνες ανούσιοι, τα σύννεφα σάπια, οι υψικάμινοι άκαπνες, ο Καβάφης ανέραστος, οι μύγες πολύβουες, τα σημεία ασαφή, τα τρίγωνα άνισα, οι θέσεις κατειλημμένες, το άστυ ανύπαρκτο, οι φοβίες έρπουσες, ο ήλιος ασπρόμαυρος, ο Μάλερ άμουσος, η ζέβρα λευκή, το όνειρο ανερμήνευτο, η αγάπη σε νάρκη, ο έρωτας αμήχανος, ο χρόνος παρελθών, η ζωή μεταχειρισμένη,


χωρίς εσένα.


..................................