Δευτέρα 16 Ιουλίου 2012

Ένα μανουάλι γεμάτο θαύματα

Όταν άρχισα να πιστεύω σε θαύματα
είδα ποντίκια να κυνηγάνε γάτους
και λουλούδια άγρια να φυτρώνουν σε βεράντα γριάς
που είχε πεθάνει και δεν της το ‘παν.
Είδα πως έπρεπε να ξενυχτάς τους πόνους σου
ακόμα κι όταν δεν σε συνέφερε η απώλεια
πίσω από μανουάλια αποσαθρωμένα
που στήνουν τη φάκα
στον Τομ Τζόουντ και τον Χόλντεν Κόλφιλντ.
Όταν άρχισα να πιστεύω σε θαύματα
βρήκα ένα σμιθ εντ γουέσον βαλμένο στο λαιμό μου,
μια ζωστήρα σκοροφαγωμένη δίπλα στο κρεβάτι,
ένα σκυλί αδέσποτο να τρώει το φαΐ μου,
ντυμένους τυφλούς να περιμένουν τη βροχή,
σκαμμένα σπίτια με πεθαμένους από κάτω,
εφήμερα μυστικά που δεν κρατήσανε ποτές,
καρέκλες σπασμένες σε ξενυχτάδικου τη φρίκη,
ανέμους όμορφους να βρίσκουνε κορίτσια
κι αλλαγμένες τις λέξεις
στο πίσω και μπροστά
που πείραζαν τα όρνια
λίγο πριν σουλατσάρω με τον δικό μου τρόπο.
Δεν έχει άλλο.
Τώρα πρέπει ν’ αρχίσω να πιστεύω
σ’ ένα τελευταίο φιλί στα μάτια της τρέλας
που κρυφακούει από τα πιο λυπημένα ξοδέματα
και λίγο από νερό στο μέτωπο
για την κατήφεια του νέου κοριτσιού
που ξύπνησε ταγμένη
να υποφέρει
μια καινούργια ουρά στο πεζοδρόμιο.

φωτογραφία: Ιώτα Παναγιώτου