Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2012

τσόντα με υπόθεση… του saunterer

από το ιστολόγιο orphan drugs

***
Τώρα τελευταία, ένα βράδι απ’ αυτά τα ζεστά των ονείρων της θερινής νυκτός, που ξέρεις… είμαι τόσο βαρεμένος απ’ τη ζέστη και την κούραση, και το μόνο που καταφέρνω και κάνω είναι να ξαπλώνω στο κρεβάτι με τον ανεμιστήρα απέναντι, να κοιτάω το ταβάνι και να καπνίζω, έχοντας βέβαια πάντα δίπλα μισάνοιχτο κάποιο βιβλίο, με τον σελιδοδείκτη της Πρωτοπορίας «Παρανοϊκός είναι εκείνος που αρχίζει και καταλαβαίνει τι γίνεται γύρω μας» όπως έχει γράψει ο παππούς, σαν τέλειο άλλοθι στον εαυτό μου ότι και καλά κάτι κάνω, ένα τέτοιο βράδυ λοιπόν εκεί που σκεφτόμουν τους ανέμους τα ύδατα και όλα τα στοιχειά της φύσης, θυμήθηκα!

Την πρώτη φορά που είχα πάει να δω τσόντα στο σινεμά. Το πώς έφταξε ως εκεί η σκέψη μου θα σας το αποκαλύψω στο τέλος, οπότε πάμε μια βόλτα ως τον σινεμά που λέγαμε. Το σκηνικό, για να καταλαβαινόμαστε, λαμβάνει χώρα στα άγρια πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’80 (αν και αυτό το early eighties μ’ αρέσει πιο πολύ, ας επιμείνω εγχώρια), όπου ανάμεσα σε όλα τα’ άλλα, καλά και στραβά όπως κάθε εποχή, υπήρχε και ένας κινηματογράφος σχεδόν απέναντι από το σπίτι μου, στην διαολότρυπα όπου είχα γεννηθεί.

Ως εκείνη την μέρα τιμούσα το ταμείο συχνά πυκνά ειδικά κάτι Τρίτες που είχε θρίλερ με ζόμπι και δαιμονισμένους, καρχαρίες η τίποτα γκοτζίλες (oh no! they say he’s got to go, Go Go Godzilla!!!), και Πέμπτες που έβαζε καμπόικα. Βασικά και καράτε (μέχρι και με μαύρους! σαν να λέμε γουέστερν με κινέζους) έχω δει πολύ, αλλά δεν θυμάμαι την μέρα που έπαιζαν. Πάντως οι Δευτέρες πλην εκείνης της βροχερής και μοιραίας που θα αναφερθώ, ήταν απαγορευμένες για το μπόι μας, αλλά αυτό δεν θα κρατούσε για πολύ. Ως ιδανικά θύματα των αδηφάγων σαγονιών της μηχανής που άλλο δεν κάνει απ’ το να μασουλάει παιδικά και εφηβικά όνειρα αφοδεύοντας τα στον βόθρο των χαμένων ονείρων: ο αχόρταγος, ή η ραμπόνα η ρουφήχτρα ή έχουν πολλά ονόματα τα διαόλια και κάτι τέτοιοι βόθροι, είχαμε βιαστεί και ‘μεις με το ζόρι να μεγαλώσουμε.

Στα ηλεκτρονικά ήδη μπαίναμε, τα μαλλιά μάκραιναν (εμείς είμαστε rock), είχαμε κλέψει ποτά από την κάβα της αδερφής του ταρζάν (παρατσούκλι), τα ρουφήξαμε απ’ το μπουκάλι μέχρι τον πάτο κάτω από την γέφυρα κοιτώντας τα φώτα των αυτοκινήτων που χάνονταν στον δρόμο, πετώντας και καμιά πέτρα σαν καλά τσογλάνια που ήμασταν, μέχρι που έσβησαν όλα μέσα σε λιποθυμίες και εμετούς, κάποιοι ήδη αγόραζαν τα πρώτα τους πακέτα και τους κάναμε τράκα, είχαμε όλοι παίξει ξύλο, είχαμε κάνει την πρώτη κοπάνα παρέα με κάτι γύφτους συμμαθητές που μετά από λίγο αποφάσισαν να ασχοληθούν επαγγελματικά μ’ αυτό το σπορ και δεν τους ξανάδαμε, έμεναν τα σκοτεινά, απαγορευμένα και γι’ αυτό ακόμη περισσότερο δελεαστικά, κάστρα του μπαρ και της τσόντας.

Για το μπαρ όπως φυσικά και για της γυναίκες είχαμε ανηφόρα μπροστά ακόμη, και το ξέραμε, για την τσόντα όμως…Τα πιο μαγκάκια απ’ τα πίτσκα της πρώτης γυμνασίου, μαζί τους και ένας από την παρέα μας, είχαν κάνει την κίνηση και είχαν περάσει απ’ το φεις κοντρόλ του ταμείου με τιμές ώριμων αξιότιμων ενήλικων…από αγάπη ή από απληστία να μην έβλεπε ο σχωρεμένος ο μπαρμπα Αντώνης ο σινεματζής?…Κάπως έτσι όπως ήταν και το αναμενόμενο, σε διάστημα λίγων Δευτέρων, μπήκαμε στη σειρά και ακολουθήσαμε όλοι οι υπόλοιποι…Αφετηρία και τέρμα πάντα τα ηλεκτρονικά (η μπαλάκια όπως τα έλεγαν οι πιο παλιοί). Μαζευτήκαμε λοιπόν οι μελλοτσόντοτοι, λίγοι μπαρουτοκαπνισμένοι και πολλοί νέοι, χαιρετήσαμε τον Ανέστη, μέγα Καίσαρα των ηλεκτρονικών (η μπαλακίων) που όπως πάντα πήγαινε πάνω κάτω με έναν δίσκο στο χέρι που ότι και να είχε πάνω από φραπέδες μέχρι μπύρες αυτός φώναζε «τόοοστ», κάτι σαν λέξη-ματσέτα που άνοιγε χώρο μέσα από την ζούγκλα, και κινήσαμε αγχωμένοι και ερυθρόδερμοι οι περισσότεροι…φτάσαμε γρήγορα αφού ήταν σχεδόν απέναντι, πληρώσαμε -δεν ξέρω για τους άλλους αλλά εγώ κοιτούσα συνέχεια το πάτωμα μη τυχόν και βρει το φως του σε μένα ο σίνεμα μαν που σας είπα πιο πάνω-, και αφού δεν συνέβη το θαύμα του αόμματου εκείνη την Δευτέρα, διεισδύσαμε βιαστικοί, βιαστικοί στα άδυτα της αίθουσας.

Τότε δεν είχε φτιαχτεί ακόμη εκεί γύρω καπί, και έτσι υπέθεσα ότι το σινεμά ήταν κάτι ανάλογο για την γερουσία των πρώτων σειρών που απολάμβανε το έργο παρεμβαίνοντας φωναχτά με καίρια σχόλια στα επίμαχα σημεία. Ο υπόλοιπος κόσμος ήταν η γνωστή ενήλικη φυλή των σινεφιλ που ήξερα, δηλαδή του γκάμερα, του γκοτζίλα, των καράτε και των άλλων αριστουργημάτων που είχαμε πραγματικά την τύχη να μεγαλώσουμε μαζί τους. Τα πετρελαιοβάρελα που γεμισμένα με ροκανίδι ζέσταιναν τους χειμώνες την αίθουσα, ήταν στην θέση τους μπουμπουνισμένα δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα υγρής θαλπωρής, ο ήχος των τα μπουκαλιών της φάντας που τελειωμένα ρόλαραν από την γαλαρία μέχρι τις πρώτες θέσεις, τρομάζοντας τα αρούρια που συνήθιζαν να περιφέρονται καμιά φορά ανάμεσα στα πόδια μας, ήταν εκεί κι αυτός, και το μόνο καινούργιο πέρα βέβαια απ’ αυτά που διαδραματιζόταν επί σκηνής, ήταν μερικές ξεβίδωτες καρέκλες από διάφορες μεριές της σκοτεινής αίθουσας που πήγαιναν μπρος πίσω κάνοντας θόρυβο και σπάζοντας το μπαράζ των αναστεναγμών που χυνόταν κυριολεκτικά απ’ τα ηχεία. Ο Τάσος, ο ξέμπαρκος ο ναυτικός, το τζάνκι με τα μανίκια τα τατουάζ, το χαμένο κορμί, ο τρελός με τα μάτια του Δράκουλα, που μπορούσε να πάρει κάποιον βόλτα με την μηχανή να πέσουνε στην επόμενη στροφή και στην άρνηση του άλλου να ξανανέβει για να συνεχίσουν, να τον κοιτάξει με γουρλωμένα μάτια και να τον ρωτήσει οργισμένος: «Φοβάσαι να πεθάνεις???», έκανε τον περισσότερο θόρυβο.

Για να μη μακρηγορώ (που αυτό ακριβώς κάνω) φαντάζεστε υποθέτω τι είδαν εκείνο το βράδυ τα μάτια μου, και κόντευαν να πεταχτούν έξω, και τελικά παρ’ όλη την πρότερη εξάσκηση τους με τα Ταρατατά και τα Σκάνδαλο που είχα βρει στην κρυψώνα του αδερφού δεν κατάφεραν να αποφύγουν την αποκόλληση αμφιβληστροειδούς…

Και φτάνω στο σημείο που ξεκίνησα…όταν επιστρέψαμε στην βάση, στον Καίσαρα δηλαδή, αφού δεν μπορούσαμε να την βγάλουμε στην ψύχρα και να την παίξουμε ή έστω να πάμε στην τουαλέτα γιατί ποιος το άντεχε μετά το δούλεμα, όλοι συνεχίσαμε σαν να μη τρέχει δήθεν τίποτα και πιάσαμε τις συνηθισμένες ασχολίες. Άλλος τράβηξε (που πάει ο νου σας?)…για ποδοσφαιράκι ηλεκτρονικό, άλλος για αναλογικό, άλλος για γορίλα, ένας τέταρτος κάθονταν και μάθαινε ξερή απ’ τα παππουδερά, και οι υπόλοιποι, μαζί κι εγώ με υποτίθεται αδιάφορο ύφος και απαράμιλλο άνετο στυλ, πήγαμε για μπιλιάρδο…γαλλικό. Εκεί λοιπόν με τις στεκιές για υπόκρουση, από ένα διπλανό τραπέζι όπου μόλις είχαν καθίσει δύο αρκετά μεγαλύτεροι μας και ανέλυαν την ταινία, ακούστηκε το ένα και μοναδικό, το κρίσιμο στοιχείο του εγκλήματος, που έκανε σ’ αυτό το έργο την διαφορά. Δεν ήταν απλά η τσόντα…όχι φτωχέ και μικρέ μου φίλε που δεν μπορείς να μετρήσεις πόσα έχεις ακόμη να μάθεις στην ζωή σου, τόσα πολλά που είναι…ήταν το ότι αυτή η συγκεκριμένη που είχαμε δει, ήταν τσόντα με υπόθεση!

Εγώ βεβαία σαν πρωτάρης τότε δεν μπορούσα να έχω μέτρο σύγκρισης, αλλά το περισπούδαστο ύφος του αναλυτή με έπεισε να το βάλω καλά στο κεφάλι μου και με τον καιρό, αφού εντρύφησα περαιτέρω στο είδος, αφού ωρίμασα αρκετά και έπηξε αυτό το λίγο έστω μυαλό που κουβαλάω, μπόρεσα τελικά να συνειδητοποιήσω τα σημεία και τα στοιχεία που διαφοροποιούν την απλή τσόντα από αυτή «με υπόθεση».

Ούτε αυτά όμως θα τα αναλύσω τώρα, μιας που ούτε εκεί είναι το θέμα. Το θέμα (αν υπάρχει κάτι τέτοιο, το έχουμε ξαναπεί) είναι ότι απόψε τόσα χρόνια μετά, σκέφτομαι ότι αυτός ο amateur μεν μα καθόλου πρόχειρος κριτικός κινηματογράφου, εκείνο το βράδυ εν άγνοια του ή μπορεί και όχι, φανέρωσε ένα τεράστιο μυστικό που μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις…γιατί αν η καλή τσόντα χρειάζεται οπωσδήποτε υπόθεση, τι να πούμε για την ζωή ολόκληρη? Πόσο μάλλον όταν συχνά μπορείς, αντέχεις και συνεχίζεις να την ζεις σαν συναισθηματική μαλακία όπου ο κόσμος γλιστράει στο πλάι, κι εσύ νιώθεις να βυθίζεσαι ολόκληρος και παντού…ακόμη και κακή τσόντα να είναι (η ζωή), μια τεράστια όρθια κίτρινη μύξα ή μια αχνιστή κουράδα που βρωμάει χωνεμένη μπύρα απ’ τη κόλαση, ας έχει τουλάχιστον μια κάποια υπόθεση, ένα υποτηπόδες σενάριο για αρχή -μετά αυτοσχεδιάζεις- δεν χρειάζεσαι και πολλά όπως έχει πει και ο σκηνοθέτης στην πάνω-πάνω φωτογραφία, που να είναι όμως συνυπογραμμένο (έστω, μην είμεθα πλεονέκτες) από μας…

Συμπέρασμα: Spit it out or kiss and swallow.