Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2010

Μια μπουγάδα για τον νέο χρόνο



Η ώρα είναι έξι το απόγευμα.

Μια μύγα παλεύει να βγει έξω απ’ το δωμάτιο,

το τηλέφωνο χτυπάει για κανέναν σκοπό,

μια ακρίδα πεθαίνει απ’ το κρύο σ’ ένα άγουρο χωράφι,

ένα κορίτσι καπνίζει το πρώτο του τσιγάρο με μανία,

ένα γέρος καταπίνει μια χούφτα χάπια,

ένας οικοδόμος πετάει τα ζάρια

μια μεσήλικς απλώνει τα ρούχα,

ένα παιδί τραβάει μαλακία,

ένας ποιητής γράφει μια λέξη,

μια πουτάνα κάνει μπάνιο

μια μάνα παίζει με το παιδί της,

μια κόρη παίρνει τηλέφωνο την φίλη της,

κάποιος αποφασίζει να χέσει

κι ένας άλλος λέει να ποτίσει τη γλάστρα του.

Ένα σκυλί γλύφει τη μουσούδα του,

μια σερβιτόρα φυσάει τη μύτη της

ένας ταμίας πιάνει τ’ αχαμνά του

ένα αυτοκίνητο θέλει βενζίνη

κι ένα μπόμπιρας ανάβει τα λαμπάκια στο δέντρο.

Μια μπριζόλα σιγοκαίει στο τηγάνι,

ένα μωρό αφήνει την πορδή του μέσα στις πάνες,

μια τηλεόραση κρατάει ακόμα τα γκέμια μιας οικογένειας,

μια σόμπα ζεσταίνει ακόμα τον κώλο μιας γριάς,

ένας κουτσός με άπλυτα ρούχα εδώ και μέρες

τρίβει το δεξί του αυτί,

σ’ ένα μαγειρειό κάποια καθαρίζει πατάτες

και σ’ ένα λεωφορείο ο οδηγός μιλάει με την γκόμενα

που δεν έχει εισιτήριο στο πρώτο κάθισμα.

Ένας ηθοποιός πιάνει στο δεξί χέρι το οδοντικό του νήμα,

ένας μουσικός μυρίζει τα δάχτυλά του,

μια τραβεστί γελάει στον καθρέφτη,

ένας gay αγκαλιάζει τον σύντροφό του,

ένας straight κλάνει όταν σηκώνεται απ’ το τραπέζι,

ένας αλβανός πίνει μια κρύα μπύρα,

ένας πακιστανός φοράει τα καλά του,

ένας ρώσος πίνει άλλη μια βότκα,

ένας αλλοδαπός φιλάει το παιδί του,

ένας παιδεραστής κοιτάει την ανιψιά του,

ένας πολιτικός κοιτάει την ατζέντα του,

ένας βενζινάς κλοτσάει το σκυλί του,

μια λεσβία βγάζει την τρίχα απ’ το πηγούνι της,

ένας αλκοολικός αποφασίζει να πιει κι άλλο,

ένας πρεζάκιας αποφασίζει να πιει κι άλλο,

ένας εφοριακός αποφασίζει να γλύψει το μουνί της γυναίκας του

και η γυναίκα του αποφασίζει πως θέλει να γαμήσει τον γιο της φίλης της,

ένας παπάς μετράει λεφτά

και μια χοντρή διαβάζει τα ζώδια.

Ένα κορίτσι μικρό

έχει περίοδο,

ένα αγόρι και πάλι μικρό

έχει στύση.

Το φεγγάρι

χωρίς σφαίρα στ’ άντερά του

φτύνει τον κόρφο του,

η νύχτα

χωρίς σάκο στον σβέρκο της,

μοιράζει καινούργια τύχη.

Ένα κουρέλι

υψωμένο στην μπουγάδα της διπλανής

στέκει παντιέρα στην πρώτη μέρα του χρόνου.

Η ώρα είναι εφτά και δεκαεφτά.

Ο χρόνος

δέκα χρόνια μετά την δεύτερη χιλιετία.

Λέω να κάνω ότι έκανα και χθες.

Άστο να πάει κι αυτό.