Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2010

Ένας ήσυχος άνθρωπος...του Henri Michaux


Απλώνοντας το χέρι έξω από το κρεβάτι του, ο Πλυμ τα ‘χασε που δε συνάντησε τον τοίχο. «Σίγουρα, σκέφτηκε, θα τον έφαγαν τα μερμήγκια...» και ξανακοιμήθηκε.

Ύστερα από λίγο η γυναίκα του τον άδραξε και τον κούνησε. «Κοίτα, του είπε, τεμπέλη! Την ώρα που κοιμόσουν μας κλέψανε το σπίτι μας». Πραγματικά, ένας απέραντος ουρανός απλωνόταν παντού. «Μπα! Έγινε τώρα» σκέφτηκε. Ύστερα από λίγο ακούστηκε ένας θόρυβος. Ήταν ένα τρένο που χιμούσε απάνω τους ακάθεκτο. «Με τη βιασύνη που έχει, σκέφτηκε, ασφαλώς θα φτάσει πριν από μας» και ξανακοιμήθηκε.

- Λοιπόν, έλεγε ο δικαστής, πως εξηγείτε το γεγονός ότι η σύζυγός σας τραυματίστηκε και βρέθηκε κομμένη σε οχτώ κομμάτια, χωρίς εσείς, που ήσαστε δίπλα, να μπορέσετε να κάνετε μια κίνηση για να τη γλιτώσετε, χωρίς καλά καλά να το προσέξετε; Ιδού το μυστήριον. Εδώ είναι η όλη υπόθεσις.

- Πάνω σ’ αυτό, δε μπορώ να βοηθήσω, σκέφτηκε ο Πλυμ και ξανακοιμήθηκε.

- Η εκτέλεσις θα λάβει χώραν αύριον. Κατηγορούμενε, έχετε να προσθέσετε τίποτε;

- Με συγχωρείτε, είπε ο Πλυμ, δεν παρακολούθησα την υπόθεση. Και ξανακοιμήθηκε.


μετάφραση Τάκης Σινόπουλος