Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2008

The mess we made after drinking, failing and howling songs

Φτάνουν μερικές φορές κάποια φαντάσματα που δημιουργούν ερείπια ταγμένα για να φτιάχνουν πάντα μουσικές. Υπάρχουν στιγμές που είναι ανώφελο πια μιας και είμαστε περιστοιχισμένοι γύρω από τόσο θόρυβο. Τα κόκαλα δεν ξαποσταίνουν, τα μάτια δεν ησυχάζουν κι εμείς απλά συνεχίζουμε να αποτυγχάνουμε. Είναι οι γνωστές απαίδευτες ιστορίες με τα παρελθοντικά τραγούδια να εξημερώνουν απαντήσεις, τις μελλούμενες στιγμές που θα συνεχίζουν να ουρλιάζουν και τις φάρσες που απλά ξεμακραίνουν πριν κυκλωθούμε απ’ τις σπατάλες εκείνων που ήταν δικά μας στο χθές. Είναι το αυτοβιογραφικό μας αχούρι μετά απ’ τα πιωμένα και τα αποτυχημένα τραγούδια που ουρλιάζουν μοναχά για ένα τερματικό φιλοδώρημα.

Έχει εξημερωθεί μια πενταετία πια όταν το The Mess We Made του ανήλεου μπροστάρη των Third Eye Foundation ξεκίναγε τον βραχνά του μ’ ένα μπαρόκ πιάνο στα δάχτυλα του δημιουργού να ακολουθεί τους παραιτημένους στίχους που θα λένε για πάντα το μυστικό της ζωής: «before this shit there was shit and before that shit there was shit / its in the soul and in the bones that we are still a long way from our home». Το Let us Break αρχίναγε ένα καινούργιο κεφάλαιο στις μουσικοραφές του Matt Elliott και η ιστορία θα έδειχνε πως τίποτα δεν θα κοινωνούσε από ‘κει και πέρα μέσα απ’ το ίδιο ποτήρι. Με βάση το πιάνο κινάει ένα ονειρόδραμα που δεν έχει επιστροφή. Οι στίχοι πλεκάνε ξόδια μέσα από ανέγγιχτους μουσικούς λάκκους, τα ηλεκτρονικά αποκαΐδια από τους Third Eye συμμετέχουν φρόνιμα στο αλισβερίσι με τα σκοτάδια και ολάκερο το album γεννοβολάει απλησίαστες φρίκες έτοιμες να σε ξεκάνουν οκτώ λεπτά και πριν κλείσουν την ώρα του. Τα κατάρτια που τρίζουν στο εισαγωγικό ναυάγιο του The Sinking Ship Song, τα πνευμόνια των ναυτικών που τραγουδούν γύρω από μια μποτίλια «τέλος» και η μουσική που έρχεται να βυθίσει σιγά σιγά με τους αέρηδες αντάμα στην μασχάλη, δημιουργούν ένα από τα πιο ανατριχιαστικά τραγούδια - παραστάσεις της ξέπνοης αυτής δεκαετίας. Ένα πρώιμο τελείωμα, (End), σιγοντάρει το τελευταίο σφύριγμα πριν το καθαρτήριο Forty Days και το ξημέρωμα έχει μόλις ξενυχτίσει ένα έργο κι έναν καλλιτέχνη που θέλει να σε μπάσει στην επόμενη ανατριχιαστική ρούγα που σαν βάση έχει το ποτό και τις ιστορίες που ανέχτηκαν τα χάλια μας!

«Face down & fucked again / Taste of blood again / Know that you three / were the last thing that I've seen». Ένας ξεχασμένος μποέμ με κλειστά μάτια και μια μαύρη γάτα να κάνει παρέα στο αλκοολικό του τομάρι, κάθεται σ’ ένα καπηλειό με τσιγάρο στο χέρι πίνοντας ένα μπουκάλι φαντασίες. Τα μάτια του λες και ψυλλιάζονται τους παραπάνω στίχους που ανοίγουν τα «Πιωμένα Τραγούδια». Ο Vania Zouravliov φιλοτεχνεί το artwork του album με ζωγραφιές από παρελθοντικούς και ξεχασμένους κόσμους και ο τραγουδοποιός ανοίγει λογαριασμούς για μια τριλογία στο κεφάλι του που σκοπό έχει να ακούσει έναν κόσμο που έχει καταρρεύσει και μένουν τα τέρματά του να απολογηθούν. Η τραγωδία του ρωσικού υποβρύχιου Kursk εμπνέει τον καλλιτέχνη ώστε να αποδώσει φόρο τιμής στα 118 θύματα του βυθισμένου κήτους. Το The Kursk θα μπορούσε να είναι στην ουσία το The Sinking Ship Song νούμερο 2, μόνο που αυτή τη φορά τα πράγματα γίνονται μουσικά πιο ανυπόφορα, πιο κλειστοφοβικά και με τους λιτούς στίχους: «ιt's cold I'm afraid / It's been like this for a day / The water is rising & slowly we're dying / We won't see light again, We won't see our wives again», ο Elliott μιλάει με τις επιθανάτιες σκέψεις των ψυχών. Ένα τραγούδι που αν σκεφτείς την τραγωδία που το συνοδεύει, φεύγει από τα όρια της μουσικογραφής και γίνεται ομοίωμα ύστατων στιγμών πριν ο θάνατος απαλύνει τα κόκαλα μια για πάντα. Κι ενώ τα πάντα πορεύουν στο album μέσα από μια ανατριχιαστική αλήθεια, το πιάνο και πάλι σε βολεύει μέσα σε σκοταδιασμένους δρόμους, η κιθάρα σπρώχνει το κεφάλι σου στο πάτωμα για να δοκιμάσει τις αντοχές σου και η ατμόσφαιρα βρωμάει θάνατο από μπαγιάτικο χαρτί, ένας αναθεματισμένος αναγραμματισμός που λειτουργεί ως μνήμη για όλα εκείνα που έχει πει, σε δοκιμάζει σαν αναμνησιακός αέρας μπας και συγχωρεθείς απ’ το τομάρι σου. Το τελειωτικό The Maid We Messed, πιάνει και πάλι τον Matt να παίζει με τα ηλεκτρονικά του παιχνίδια καλώντας τον διάβολο να πάρει τα πάντα, θυμίζοντας εκείνο τον στίχο του κανάγια του Baudelaire που έλεγε: «Συ, που σαν μάγος τα σκληρά τα κόκαλα απαλύνεις του μέθυσου που νύχτωσε κι άλογα τον πατήσαν», τελειώνοντας έτσι τον καλύτερό του δίσκο, με τίτλο Drinking Songs.

Δύο χρόνια μετά και στα τέλη του 2006, ο Matt Elliott εγκατεστημένος εδώ και καιρό στο Παρίσι, περπατώντας στα στενοσόκακά του με μια μπλούζα που γράφει «Χαμένος», κυκλοφορεί τα «Αποτυχημένα Τραγούδια». Με φανερά πολιτικοποιημένους στίχους και με τη μουσική του να θυμίζει ξεπεσμένο γιορτινό καμπαρέ που οι τρόφιμοί του πίνουν όλα τα σεντς που ‘χουνε στις τσέπες, φτιασιδώνει τον πιο μοναχικό γιορτινό δίσκο της καριέρας του. Οι άντρες τραγουδάνε όλοι μαζί μεθοκοπώντας τις κακουχίες τους, οι γυναίκες παραπατάνε όμορφες μέσα στις τρύπιες τους καλτσοδέτες, οι στίχοι μιλούν για εκείνα που κάποτε θα έφερνε το μέλλον κι όλα πήγαν κατά διαόλου και κάπου εκεί κουρνιασμένο ανάμεσα σε όλα αυτά, το φάντασμα της Maria Callas να συνοδεύει όλους τους παρίες μιας υπόκωφης οργισμένης μουσικής που στάζει θλίψη και περήφανη κατάντια. Το Failing Songs θυμώνει γιορτάζοντας μέσα σε έναν κόσμο που το βάρος μας μετριέται με πετρέλαιο, τα κόκαλά μας τσακίζονται απ’ τα χρόνια που πέφτουν, οι αλυσίδες είναι φτιαγμένες από χρυσό, οι επαναστάσεις δεν έρχονται με τίποτα και οι μουσικές θα βρίσκονται πάνω στο σώμα και στην παραδοχή κάνοντας την βρωμιά να είναι το μόνο πράγμα που γνωρίζουμε. Η κιθάρα εδώ παίζει, σε αντίθεση με τους προηγούμενος δίσκους του, τον πρώτο ρόλο στις συνθέσεις και τον πιο σημαντικό μιας και τα πολλαπλά φωνητικά λειτουργούν ως υπόλοιπα όργανα που λιμάζουν το πανηγύρι του κυρίου Elliott. Το Desamparado είναι το καλύτερο τραγούδι του album μοιράζοντας σαν μέθυσος ταχυδρόμος τα μουσικά μαντάτα στα υπόλοιπα τραγούδια και στους θαμώνες του φτωχικού καμπαρέ παίρνοντάς τους σαν αέρης που θυμώνει με τα λεγούμενα αλλά κουρνιάζει και πάλι στον ώμο του διπλανού. «As youths we used to talk at night / Of the joys that life was going to bring our way / & The failures of our forebears / Were as clear to us as the cold light of day / But now those days are dead & gone / & The future that we had is now the past / & It's cobwebs that we cling to/ Our aspirations turned to ashes in our hands».

Υπάρχουν μερικές φορές κάποια φαντάσματα που δημιουργούν ερείπια ταγμένα για να φτιάχνουν πάντα μουσικές. Ο Matt Elliott κλείνει την τριλογία του φέτος με το Howling Songs. Είναι μονάχος σαν φάντασμα, γράφει σε κάποιον μερικές λέξεις, παίζει την κιθάρα του σάματις να ‘ναι ο τελευταίος άνθρωπος του κόσμου γύρω από μια αρμαθιά μισάνθρωπους, θρονιάζει τους απειλητικούς τους κώλους σε μια καρέκλα μονάχα με την μαγεία του και για τέλος τους σηκώνει πάνω ώστε να χορέψουν διαολεμένα γύρω από τις γνωστές κι απαίδευτες ιστορίες τους που πάντα θα περιμένουν ένα τελευταίο φιλοδώρημα.

Something About The Ghosts.

Τα φαντάσματα θα είναι για πάντα εκεί.


myspace

site