Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

270 υπό σκιάν

Σάλια στο πέτο και στα γόνατα. Μέσα σ’ ένα διαμέρισμα που μύριζε γάντι έβγαλε τις μπαρέτες της, τα μαλλιά της χύθηκαν κάτω σαν τρίχες στάχτης, μάσησε την τσίχλα της, έξυσε την πλάτη της και το τραγούδι δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια μεγάλη τρύπα στο δρόμο. Δόντια κροτάλισαν, νιάτα από κρέας χτύπησαν και διαλύθηκαν σε νυχιού και μεγάλου ασύμφορου κρότου. Το σώμα άντεχε, η ψυχή σούταρε, ο κανένας βρισκόταν με το ένα πόδι στο τάφο και προτιμούσε να πάρει την ευκαιρία της εκεί έξω. Ο δρόμος λωρίδα, οι άντρες κόκαλο και το πόσο μακριά θα πήγαινε εξαρτιόταν απ’ το τι εννοούσε. Δεν έμοιαζε να είναι από ‘κείνες που γνώριζαν μα ούτε νόμιζε πως ήταν το κορόιδο για ‘κείνους τους χοντρομαλάκες με τις τσιτάτες εξυπνάδες. Η μάνα περίμενε στην άκρη της λάθος πλευράς με χάπια, περούκες δίπλα απ’ το κομοδίνο και 55 καλοκαίρια καφέδες. Στο 56ο της είχε πει στο τηλέφωνο. «Δεν πα να τα ‘πιαν άλλοι, ήμουν η πρώτη που κάθισα και τα γραψα» κι εννοούσε όλα τα χάπια που ‘χε κατεβάσει και τα μάρκαρε σ’ ένα χειροποίητο συνταγογραφούμενο  ημερολόγιο. Δεν το ‘χε χάσει, απλά το ‘παιζε κατά φαντασίαν μελλούμενη καρκινοπαθής.
Έβαλε μπρος τη μαύρη Φορντ και πήρε με τη τρίτη. Η καμπάνα χτύπησε για τον κανένα με το ‘να πόδι στο τάφο. Έχωσε τέσσερα δάχτυλα μέσα απ την κιλότα κ’ ύστερα τα μύρισε, οι μπαρέτες χόρεψαν μόνες τους στο πίσω κάθισμα και το 57ο καλοκαίρι έψαχνε τον αληθινό κόσμο. Μάλλον κάπως έτσι πρέπει να πήγαινε γιατί το βαμβάκι είχε μεγαλώσει αρκετά, οι κάλτσες ήταν από νάιλον, το κονιάκ του συνοδηγού ήταν πεφτάστερο και περίοδος δεν της είχε έρθει ακόμα.



Πίνακας: Oliver Tibi