Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

Lee-πάμε / της Γιώτας Παναγιώτου


  Lee-πάμε, πάμε φώναξε. Καθόταν ώρα στην κόκκινη Fairlady Z καπνίζοντας τα φθηνότερα αμερικάνικα τσιγάρα που υπήρχαν διαθέσιμα στην πόλη τότε. Lee-πάμε, πάμε, δεν θα το ξαναπώ, της φώναξε καθώς βεβαιονόταν πως είχε πάρει μαζί της την κούτα με τα πασατέμπο.
  Είκοσι λεπτά μετά κι είχαν φτάσει στο υπόγειο πάρκινγκ του κυρίου Ο, του οποίου η ευφυής μοναδικότητα έγκειται στην φαϊνή ιδέα να στολίσει Χριστουγεννιάτικο δέντρο και να το παρκάρει εκεί που είθιστε να παρκάρουν όσοι δεν έχουν την ευχέρεια να οδηγούν με τα πόδια αλλά μόνο με τα χέρια στα κουμπιά του τιμονιού.
  Βγήκε απ’τ’αμάξι, της έδωσε τα κλειδιά κι έκανε μόλις οκτώ βήματα για να φτάσει στο πορτ – παγκάζ. Έβγαλε από’κει την πολύχρωμη καρέκλα της θάλασσας, την ξεδίπλωσε, την ακούμπησε στην κολώνα που βρισκόταν 4 μέτρα πιο κάτω και επέστρεψε στο Datsun να πάρει το ξύλινο τραπεζάκι, τα τσιγάρα και την κούτα με τα πασατέμπο καθώς η Lee-πάμε, χαϊδευε με τα ζαρωμένα δάκτυλά της, κλειδιά αυτοκινήτου για πρώτη φορά. Κοιταχτήκανε βιαστικά κι η καθεμιά πήρε τη θέση της.  
  Η Lee-πάμε, στην κόκκινη Fairlady Z κι η άλλη στην καρέκλα θαλάσσης να ματσουλάει ήδη τα πασατέμπο και να τα φτύνει στην κούτα μπροστά της περιμένοντας.
  Η ιεροτελεστία άλλαξε λίγο τροπή..μιας και η άλλη είχε ξεχάσει να βγάλει απ’το αυτοκίνητο το μικρό μαύρο κασετοφωνάκι, αναγκάζοντας έτσι την Lee-πάμε να βγει απ’το αυτοκίνητο – με το κεφάλι να κοιτάει τα σκέλια της σ’όλη την διαδρομή των τεσσάρων μέτρων – και να κινείται προς το μέρος της άλλης που χαμογέλαγε.
  Η βρόχα έπεφτε straight through και τα φώτα του αυτοκινήτου ήταν στραμμένα στην βοϊδίσια κεφάλα της. Της παρέδωσε το κασετοφωνάκι και τράβηξε πίσω στο Datsun που περίμενε κι αυτό με αγωνία την τέλεση της νυχτερινής ιεροτελεστίας στο υπόγειο του καπιταλιστικού σφαγείου του κυρίου Ο. Η πόρτα έκλεισε, η άλλη συντονίστηκε στο αθλητικό κανάλι για να μάθει το σκορ μεταξύ Αστέρα Γουατεμάλας και Μπενφίκα Μιανμάρ καθώς η ιεροτελεστία εξελισσόταν όπως κανονίστηκε.
  Το πρώτο πακέτο πασατέμπο τέλεψε, ο κώλος της άλλης ζέστανε ήδη το κάθισμα της καρέκλας και η Lee-πάμε ξεκίνησε αρχικά να κτυπάει το αυτοκίνητο αδέξια στις κολώνες – μέχρι να καταλάβει πως δουλεύουν οι ταχύτητες, η πισινή κι η μπροστινή. Όταν πια κατάλαβε πως γίνεται, αποφάσισε πως τα κτυπήματα της ιεροτελεστίας θα γίνονταν και στις 126 κολώνες του υπογείου κι όχι σε μία, όπως ήταν δηλαδή αρχικά το σχέδιο. Η απόφαση αυτή, ταρακούνησε και ενθουσίασε την άλλη που άρχισε να χαχανίζει δυνατά σα μανιακή. Από κολώνα σε κολώνα η μία κι από πακέτο πασατέμπο σε πακέτο πασατέμπο η άλλη.
  Το σκορ είχε πάει 7-2 κι ήθελε άλλα οκτώμιση λεπτά για να λήξει – όσο χρειαζόταν δηλαδή για να λήξει κι η Lee-πάμε. Από κολώνα σε κολώνα, μπροστινή πισινή και μπαμ. Από κολώνα σε κολώνα, πισινή μπροστινή και μπαμ.
  Η άλλη, που πάντα γέλαγε, έφτυσε το πασατέμπο στο τραπέζι που είχε απλώσει τις ποδάρες της, ρέφτηκε και ανασηκώθηκε με δυσκολία απ’την καρέκλα της θάλασσας. Ήξερε πως η Fairlady ήταν στα τελευταία της και πως η Lee-πάμε είχε ήδη αιματώσει τον εγκέφαλό της, είχε χάσει καμιά δεκαριά απ’τα λευκά δοντάκια της κι είχε τραυματίσει άγρια χέρια, πόδια και μάτια με τα γυαλιά του Datsun - που δεν θέλουν και πολύ να σπάσουν και να μπηχτούν πάνω σου μια για πάντα. Κι έτσι έγινε – καλά τα υπολόγισε. Δυόμιση λεπτά πριν την λήξη του αγώνα, η Lee-πάμε, σταμάτησε.
  Άφησε τη μηχανή αναμένη – μαζί με τα φώτα – άνοιξε την πόρτα και σύρθηκε στο πάτωμα μέχρι την άλλη που δε σταμάτησε λεπτό να γελάει. Αιμόφυρτη πια η Lee-πάμε, έφτασε στην άλλη, της έγνεψε να σηκωθεί απ’την καρέκλα και ρώτησε αν έμεινε κανένα πασατέμπο και γι’αυτήν. Δεν απάντησε ποτέ – η άλλη -, της έδωσε τα πέντε τελευταία που κράταγε στο χέρι, άναψε τσιγάρο και την κοίταγε καθώς της χάιδευε τα μαλλιά. Είχε φθάσει η ώρα. Η Lee-πάμε πήρε το κασετοφωνάκι κι άλλαξε σταθμό – ήθελε ν’ακούσει διαφημίσεις και απλώς να κλείσει τα μάτια τρώγοντας πασατέμπο. Κι έτσι έγινε – ένα λεπτό και τρισήμιση δευτερόλεπτα μετά η Lee-πάμε ψιθύρισε «Όταν θέλεις κάτι να το διεκδικείς στην ώρα του..αλλιώς να το βουλώνεις όταν το διεκδικεί κάποιος άλλος.» και τσουκ !! τα κακάρωσε. Εκεί, στο υπόγειο του κυρίου Ο – καθώς η άλλη μάταια προσπαθούσε να συντονιστεί στο αθλητικό κανάλι και να μάθει το τελικό σκορ του αγώνα.

...Έξι ώρες μετά κι αφού βαρέθηκα να τις κοιτάω – είχα άλλωστε κι ένα μαγαζί να πάω ν’ανοίξω – έφτιαξα πρόγευμα – αυγά μάτια, μπείκον και φρέσκο χυμό, έκανα ντους, άφησα τα κιάλια στο τραπέζι, έγραψα βιαστικά στο χαρτί του κουτιού του μπείκον «Συλληπητήρια και συγνώμη που έπρεπε να γίνει έτσι - αλλά μάλλον είναι καλύτερα για όλους. Η κυρία Ο.»

...Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, τραβώ προς το κοιμητήριο της ενορίας χαμογελαστή, κάθομαι στον τάφο του, ανοίγω τα πασατέμπο και ματσουλώ καθώς η κασέτα του υπογείου παίζει στο κασετοφωνάκι πάνω στο σταυρό. Κι εκεί ακριβώς – στο τέλειωμά της – φωνάζω «Όταν θέλεις κάτι να το διεκδικείς στην ώρα του..αλλιώς να το βουλώνεις όταν το διεκδικεί κάποιος άλλος.» Κόβω τα γαϊδουράγκαθα που θεριέψανε κατά μήκος του τάφου και κινώ στο σπίτι για να αλλάξω το χρόνο με τα παιδιά μας, τα παιδιά της κυρίας και κυρίου Ο, που όταν θέλουν κάτι δεν το διεκδικούν ποτέ στην ώρα τους ...


Φωτογραφία απτην ταινία The Cars that ate Paris (1965)