Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2013

Μια αναμνησιακή κρεατόσουπα


Σαν τον Eric Burdon που στρογγυλοκάθισε στη πολυθρόνα του κουρέα του ακούγοντας μια ιστορία πίσω απ’ το ψαλίδι κ’ ύστερα με μπριγιαντίνη στο μαλλί την έκανε ένα απ’ τα καλύτερα τραγούδια της περασμένης χρονιάς, έτσι τις προάλλες κάθισα ξημέρωμα με σερβιτόρο στο τραπέζι πάνω από μια κρεατόσουπα ανέγγιχτη πίνοντας το πιο κόκκινο κρασί του νησιού. Τα ξημερώματα μιας καινούργιας χρονιάς μπορεί να σε βρουν να σκέφτεσαι περίεργα πράγματα όπως ας πούμε το Κατσαντώνη το ληστή ή το βλέμμα της Σωτηρίας Λεονάρδου στο Ρεμπέτικο κι ακόμα ίσως πιο πολύ, περασμένα χουλιγκάνια που το ‘ριξαν στο γράψιμο αφού πρώτα έπεσε η Βενζίνη του Κορσό πάνω από μια αθλητική κωλοφυλλάδα καίγοντας όλα τα δικά τους μεσημέρια Κυριακής. Οι αϋπνίες καμιά φορά είναι ευεργετικές, τα εδάφια της Βίβλου θα μας βρούνε κάπου εκεί στη μέση ηλικία κι όταν εδώ και χρόνια ακούω τη λέξη επανάσταση το μόνο που μου ‘ρχεται είναι να βάλω τα γέλια.  Απ’ την άλλη μιλώντας μ’ εκείνον το παππού σερβιτόρο σκεφτόμουν πως πολλοί απ’ τη νέα γενιά σήμερα έχουν γεράσει πριν την ώρα τους είτε παλεύοντας να ξεπεράσουν έρωτες είτε βολεμένοι στο άσυλο της νύχτας  εμπορεύονται το μαύρο είτε στα μίζερα πάρτι μάχονται να αναβάλλουν κάτι που μόνο οι ίδιοι δεν γνωρίζουν. Μοναξιά, θλίψη και κατάντια που πάντα σκέφτεται το αλλού έχοντας για ουρά κάτι τριχιές που σέρνουν καύκαλα και μνήμες σάματις να’ναι αξεπέραστα τενεκεδάκια νεόνυμφων σε μια παλιά Φορντ Έσκορτ που ξέμεινε από γκάζια. Κάτι τέτοιες αφελής κοινοτοπίες σκέφτεσαι καμιά φορά μέχρι κάτι να ‘ρθει που θα σου κόψει το δρόμο για ν’ ανοίξει το πορτπαγκάζ  του νέου έτους  θυμίζοντάς σου ευχές κι επιθυμίες αλλοτινών συνδαιτυμόνων. Ο παππούς σερβιτόρος μην κάνοντας ουδεμία ευχή και μη έχοντας καμία επιθυμία πέρα από υγεία για το νέο άσωτο έτος μου θύμισε έναν άλλο σερβιτόρο, έναν σερβιτόρο ορχήστρα που τα χρόνια δεν έλεγαν να τον γονατίσουν και κάθε μιλιά του έμοιαζε θεατρικός μονόλογος. Συνήθιζε να λέει πως θα απελευθερωθεί όταν ένα πρωί θα άφηνε όλα τα βιβλία, όλους τους δίσκους, όλα τα γραπτά, όλα τα υλικά του πάθη έξω στο δρόμο και μπροστά από εκείνη την υπόγα που είχε αγοράσει στη μέση της Κυψέλης. Κείνη η υπόγα είχε έρθει σερβίροντας κι αντέχοντας μεθύσια κάθε καραγκιόζη σαν και του λόγου μου που έμπαινε στο μπαρ, έκανε το κομμάτι του, πλήρωνε τα μισά απ’ όσα είχαν πραγματικά αράξει στο συκώτι του φλερτάροντας για πλάκα και στα σοβαρά οποιοδήποτε ανθρώπινο ον στεκόταν στη μούρη του. Κείνος ο σεβιτόρος δεν πέταξε ποτέ τίποτα τελικά. Το λέω κι ας έχει χρόνια να με σερβίρει η μπαγκέτα των χεριών του. Δεν αγάπησε παρά μονάχα τα υλικά πάθη, το στέρνο του, την κίνηση των δικών του δαχτύλων κάθε που άγγιζε είτε ένα στυλό είτε τον πούτσο του συντρόφου του. Κορόιδευε τη φράση «σ’ αγαπώ» κ’ ήταν ο μόνος άνθρωπος που γνώρισα στη ζωή μου και είχε το δικαίωμα να το λέει καθώς η ειρωνεία, το μειδίαμα, η ερωτική πράξη, στάζαν επικήρυξη στη ζήση κάθε άλλου. Σιχαινόταν τη λέξη «ζήση» και πάντα την κορόιδευε μοναδικά. Τώρα που το σκέφτομαι η λέξη «ζήση» είναι τελικά πολύ αστεία. Τον θυμήθηκα στο προχτεσινό ξημέρωμα του χρόνου γιατί πια δεν έχω ούτε βινύλια, ούτε βιβλία, ούτε γραπτά, ούτε όλα αυτά τα υλικά πάθη που κάποτε ήθελε να αφήσει έξω απ την υπόγα της Κυψέλης. Τον θυμήθηκα γιατί έμαθα πριν μερικά χρόνια πως έγραφε ένα θεατρικό και ξέρω πως το γαμημένο δεν θα χει καν στις σελίδες του τις λέξεις «σ’ αγαπώ» και «ζήση». Τον θυμήθηκα γιατί ο θεατρικός σερβιτόρος ορχήστρα που ήταν μάλλον θα ναι και τώρα όσα χρόνια κι αν περάσουν από πάνω του. Το βλέπω στα τουίτερ του, τ’ ακούω στις ραδιοφωνικές εκπομπές του, το διαβάζω στο μπλογκ του. Ήταν, είναι και θα είναι για πάντα ο «απατεώνας» διαβολάκος πίσω από κάθε μπάρα που γράφει τα σενάριά του και λέει παράφωνα στον σύντροφό του τη φράση «Σ’ αγαπώ». Τον θυμήθηκα γιατί η κρεατόσούπα είχε κρυώσει το επόμενο κρασί ήταν κερασμένο απ’ τον παππού και το ξημέρωμα μιας καινούργιας χρονιάς όπως και να το κάνουμε σε κάνει λίγο περισσότερο αναμνησιακό.
Τώρα για το πώς ο Eric Burdon έφυγε από κείνο το κουρείο, μπήκε σ’ ένα ταξί ενός μετανάστη κι απ’ το πίσω κάθισμα άκουσε μια άλλη ιστορία απ’ το μπροστινό τιμόνι κι έγραψε άλλο ένα από τα καλύτερα τραγούδια της περσινής χρονιάς είναι μια άλλη υπόθεση.