Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Γιώργος Τουρκοβασίλης / Τα Ροκ Ημερολόγια


Είναι το τελευταίο καιρό που η μνήμη μου παίζει εννιάμπαλο μες στο κεφάλι και αναζητά μονάχα μια αφορμή για να ξεθυμάνει τα δικά της. Μέσα δεκαετίας του ’90 πηγαινοερχόμουν απ’ τα Εξάρχεια για μπίρες, σε μια κουζίνα στο Μοσχάτο και τούμπαλιν. Σ’ εκείνη τη κουζίνα ζούσε ο Κωστής με την ανάπηρη μάνα του κι όταν η γυναίκα τράβαγε να ξεκουράσει το σακάτικο κορμί της, ο γιόκας ερχόταν σπίτι με το ξεφτισμένο τζιν «σωλήνα», την χειροποίητη «Exploited» μπλούζα τίγκα στα κεριά απ’ τη βιοτεχνία που δούλευε και μ’ έπαιρνε τηλέφωνο να ξεκινήσουμε τις αλκοολομουσικές μας βόλτες. Την περίοδο εκείνη ακούγαμε συνέχεια αντεγραμμένες κασέτες των Agent Orange και σουρωμένοι καταλήγαμε στο παλιό το «Stand» στη Μπενάκη ζητώντας απ’ το Λεβάκο να μας βάλει βερεσέ Τζακ και λίγο Bauhaus. Με τον Κωστή ανταλλάσαμε πάντα βιβλία και μουσικές γνώσεις κι ένα μεσημέρι σ’ εκείνη τη κουζίνα στο Μοσχάτο μου χε δανείσει το βιβλίο του Γιώργου Τουρκοβασίλη, «Τα Ροκ Ημερολόγια» από τις εκδόσεις «Οδυσσέας». Πανκογκοθάδες, μεταλάδες, χουλιγκάνια, Σαμπαθιανοί και Σκορπιονάδες, τα φρικιά της εποχής, οι στιχομυθίες του Έμερσον, ολόκληρες κουλτούρες κρύβονταν εκεί μέσα και στις σελίδες, του όπως αποδεικνύεται σήμερα, ιστορικού πια βιβλίου του Γιώργου Τουρκοβασίλη. Το βιβλίο διαβάστηκε τότε, σημειώθηκαν «εδάφιά» του, συζητήθηκε και αναλύθηκε ώρες με τον Κωστή και άλλους εφήμερους συνδαιτυμόνες μες στην παλιά «Stand» του Λεβάκου και χάθηκε τελικά μέσα σε μια τσάντα με δυο βινύλια και σ’ ένα ταξί στην διαδρομή επιστροφής Εξάρχεια – Μοσχάτο.
Ξυπνώντας σήμερα το πρωί και μέσα σε μια άλλη κουζίνα χιλιόμετρα μακριά από εκείνη του Κωστή είδα στα μέηλ μου πως το συγκεκριμένο βιβλίο έχει «ανεβεί» ολόκληρο στο site του scribd. Το βρήκα, το «κατέβασα» και ξεκίνησα πάλι να το διαβάζω σκεφτόμενος εκείνα τα χρόνια, τις κασέτες των Agent Orange, τον Κωστή και όλα τα έντιμα «φρικιά» που βρεθήκαμε μαζί μέσα στους καιρούς.

Ακολουθεί μικρό απόσπασμα από το βιβλίο και η εξομολόγηση ενός 16χρονου πανκ μετά από την ιστορική συναυλία των Bauhaus στην Ελλάδα το ’83.
Αμέσως μετά ολόκληρο το βιβλίο.
……………………………………  

«Ντύνομαι πανκ αλλά νιώθω ότι ανήκω σε μια ατομική περιθωριοποίηση κι όχι σε μια ομάδα. Είναι σπαστικό να μου μιλάνε οι άλλοι πανκ στη δική τους διάλεκτο σα νάμουνα δικός τους, επειδή φοράω τα ρούχα τους. Πιστεύω στην Αναρχία. Όχι σε μια κλασική ή πανκ αναρχία, αλλά σε μια ψυχεδελική αναρχία. Παλιά πίστευα ότι οι αναρχικοί σπάνε τις βιτρίνες και δέρνουν, τώρα ξέρω ότι τις βιτρίνες τις σπάνε οι χαφιέδες και δέρνουν οι φασίστες. Μ’ αρέσουν οι Echo & the Bunnymen, οι Virgin Prunes, οι Pop Group, οι Cure, οι Birthday Party. Δεν φοβάμαι τους μπάτσους αλλά τους μισώ. Είδα μετά από μια συγκέντρωση εφτά απ’ αυτούς να έχουν πιάσει ένα παιδί, να τόχουν γονατίσει και να το κλοτσάνε και δίπλα ένα χαφιέ να κρατάει ένα ξύλο και να το χτυπάει από πίσω. Αν έχω σεξουαλικό πρόβλημα, είναι γιατί δεν βρίσκω και νομίζω δεν υπάρχει μια κοπέλα που να με καταλάβει. Θεωρώ ανόητο να κάνεις έρωτα μηχανικό χωρίς ψυχική επαφή, όπως κάνουν με τις ξένες τουρίστριες. Δεν μπαίνω σε fast food, roller ούτε σε ντισκοτέκ. Γράφω ποιήματα. Ξεπέρασα και την ανάγκη να ‘χω μηχανάκι και μια κιθάρα και να γυρίζω. Το μόνο που θάθελα τώρα είναι νάμαι σ’ ένα νησί, μέσα σε μια σπηλιά και να πάθω ψυχοπλάκωμα μέχρι να αυτοκτονήσω».


Τουρκοβασίλης Γιώργος - Τα ροκ ημερολόγια