Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Straw Dogs magazine… (ένα περιοδικό σε μικρές ιστορίες / μέρος δεύτερον)



Σαν κάθεσαι σ’ έναν τόπο για πολύ καιρό, τα πάντα αρχίζουν να σου βρωμάνε. Κι όταν λέω τόπο δεν εννοώ τέσσερις τοίχους ή μια γειτονιά μια πόλη και μια χώρα. Εκεί αρχίζεις να βρωμάς εσύ ο ίδιος κι απλά οι τοίχοι, η πόλη, η χώρα και η γειτονιά δεν κάνουν τίποτε άλλο παρά μονάχα αυτό που ξέρουν να κάνουν καλύτερα… την ίδια τη δουλειά τους. Όταν μιλάω για τόπο εννοώ τον τόπο που δρα στις τέχνες ο καθείς (γιατί για ένα περιοδικό τέχνης γράφω αυτό το κείμενο)… τώρα αν θες να μιλήσουμε για άλλους τόπους όπως η οικοδομή ή τα συνεργεία ή οι βιοτεχνίες που κάποτε καίγονταν δάχτυλα μέσα τους ή κόβονταν χέρια απ’ τον αγκώνα και κάτω μπορούμε να το κάνουμε σε κάποιο άλλο κείμενο μιας και αυτοί οι τόποι πέρασαν και ίσως ξαναπεράσουν πάνω απ’ το τυχερό τομάρι μας. Στους τόπους που δρας και βρίσκεσαι όμως αρχίζει και βρωμάει. Βρωμάει σήψη ματαιοδοξίας, σάλιο γέλιου, ιδρωμένες παλάμες που σε πιάνουν απ’ τον ώμο, ο καθιερωμένος Bob Dylan, ο άμοιρος ο Tom Waits και πάντα μα σχεδόν πάντα ο ανύπαρκτος εδώ και εκατομμύρια χρόνια Σαββόπουλος που σαν θυμάσαι ‘κείνο το ξενοδοχείο με τις διασκευές μόνο τα γέλια θες να βάλεις. Απ’ την άλλη, για να μείνουμε λίγο στον τομέα της μουσικής το έντεχνο (που από τότε που εφευρέθηκε ο όρος δεν κυκλοφόρησε ούτε ένας δίσκος της προκοπής) είναι η καθιερωμένη παντιέρα. Βρωμάει μυξοκλαμένη χυλόπιτα, οξυζενέ μουσική κι ένα μπουζούκι γλείφτης κάπου στο βάθος στη γωνιά για να θυμόμαστε τις ρίζες. Βρωμάνε κι άλλα πράματα βέβαια αλλά αυτοί μάλλον είναι οι βασικοί κανόνες. Πήξαμε στα ποιήματα αλλά δεν έχουμε ποιητές, πήξαμε στους δημοσιοσχετίστες σχολιαστές με τα πέντε μπλογκ και τα εφτά ψευδώνυμα ειδήμονες των πάντων, πήξαμε στην καραμέλα που γράφει «καταραμένοι», πήξαμε σε κάτι καπελάκηδες πιτσιρικάδες που μπλαμπλαλιάζουν και σε κάτι αλογοουρές με κιθάρα στο χέρι να μας τα πρήζουν με τον «μπαγάσα» και τους πυξ λαξ επόμενο στο ρεπερτόριο, πήξαμε στα γλειψίματα κώλων και στα μαχαιρώματα στημένα στη γωνία, στις ταβέρνες με συνεστιάσεις για λογαριασμό της τέχνης και στους γιαλατζί αναρχικούς που ορθά σαν λέει ο φίλος μου ο Νίκος ψάχνουν για άλλο ένα μεταμεσονύχτιο επαναστατικό γαμήσι. Πήξαμε και με τους φασίστες αλλά μ’ αυτούς πήζαμε χρόνια κάτω απ’ τη μύτη μας απλά τώρα τους έχεις επίσημους και με το νόμο και είναι και εκτός κουβέντας. Πήξαμε με τις κλίκες πάνω απ’ όλα, τους διαβασμένους ποιηταράδες που διαβάζουν διακόσιες ποιητικές συλλογές το χρόνο, τους περισπούδαστους κριτικούς που αποφάσισαν τι είναι παραλογοτεχνία, τι δεν είναι τέχνη, τι σολάρει στα δύο μέτρα και τι στα δύο σταθμά. Σταματάω εδώ γιατί μου θυμίζω μονόλογο από ταινία του Σπάικ Λι και συνεχίζω παραπέρα.
Καθόμουν μπροστά από έναν πάγκο το περασμένο Σάββατο. Τα τελευταία δέκα και χρόνια, πες το σύμπτωση, πες το ότι θες, πάντα μπροστά από έναν πάγκο βρισκόμουν, μόνο που αυτή τη φορά αυτός ο πάγκος είχε ένα περιοδικό που στήνουμε μαζί με το πιο δοτικό κορίτσι του κόσμου. Έβλεπα ανθρώπους να περνάνε μπροστά από τον πάγκο, να ξεφυλλίζουν το περιοδικό, το κορίτσι δίπλα μου να τους μιλά για το τι κάνουμε, εμένα να είμαι περήφανος γι’ αυτό το κορίτσι, να είμαι περήφανος για το περιοδικό, να πίνω μπύρες για να αντέξω τον πάγκο. Και τα τρία με αυτήν ακριβώς την σειρά. Έβλεπα να ξεφυλλίζουν το περιοδικό και να στέκονται μπροστά απ’ τις σελίδες του Ζάχου, του Ναθαναήλ, του Καλογριά, του Λειβαδά, της Camenovits, του κυρίου Ιωαννίδη, του Καλβάρη, της Χαραλάμπους, του Ιωάννου, της Δημητρίου, του Αβραάμ, της Παχίπη, του Βαρέλια, της Miller, της Καρακούλλη, του κυρίου Κολώτα, του Περδίκη, του κυρίου Σοφοκλέους. Σελίδες που είναι μακριά από όλα αυτά τα «πήξαμε» και αυτούς του «τόπους» που περιέγραψα κάμποσες αράδες παραπάνω. Σελίδες που πάνε να φτιάξουν κάτι όμορφο και κάτι μακριά απ’ τα βαμπίρ της ποίησης, της φωτογραφίας, της ζωγραφικής, των λοιπών τεχνών.
Ο μέγας σκηνοθέτης Σαμ Πέκινπα έφτιαξε μια αρμαθιά σπουδαίων ταινιών πριν βάλει τον Ντάστιν Χόφμαν να αποτρελαθεί μέσα σ’ ένα σπίτι με μια καραμπίνα και την λύσσα του να προστατέψει το σπίτι του. Εκείνη η ταινία το 1971 λεγόταν Straw Dogs. Πολλοί μας ρωτάνε συνέχεια αν το όνομα του περιοδικού προέρχεται από εκείνη την ταινία. Η καραμπίνα του Χόφμαν ήταν μια από τις μεταγενέστερες ερμηνείες. Όσο για το ξεκίνημα όλης αυτής της «βάπτισης» του περιοδικού… θα τα πούμε στο επόμενο κείμενο.

Το πρώτο τεύχος του Straw Dogs κυκλοφορεί μέχρι το τέλος της εβδομάδας. Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι το εξώφυλλο του πρώτου τεύχους.