Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Κολλώντας γραμματόσημα λίγο πριν έρθει ο λογαριασμός

Θα μετράς ένσημα στα πενήντα
τρέχοντας στα δικαστήρια
και πριν γίνεις σπουδαίος
θ’ ανοίγεις φακελάκι.
Θα σαλιάζεις blogάκι με ψευδώνυμο
και θα τρώγεσαι με κορασίδες του πελάγους
υμνώντας το μπλε
σκαρώνοντας τον πόλεμο με σκύλους.
Θα κάθεσαι στην οθόνη
χιλιόμετρα οι ώρες
να μεταφράζεις πια φτασμένα
τους δοξασμένους ποιητές
σαν έχεις πρώτα φιλήσει τα παιδιά σου
και θα πληκτρολογείς
ακούγοντας έντεχνα σκατά
που ο Χατζιδάκις θα τους μοίραζε κλοτσιές.
Θα κλαίγεσαι με την επικαιρότητα
και με τα κόλπα που δεν έμαθες
περιμένοντας υπομονετικά
σ' ένα τραπέζι που δεν το πάει μέχρι τέλους.
Θα ‘χεις λουριά
εννοώ νεαρά λουριά
να κλέβεις
να γαμάς
να γλύφεις
να γίνεσαι ένθετο
γι’ αυτούς που είναι ένθετα
σαν χαϊδεύεις το μούσι σου
σαν πίνεις
και μεθάς
τρομάζοντας απ’ το ζάχαρο
καπνίζοντας στη ζούλα
σε δωματιάκα
μακριά απ' τις δεύτερη γυναίκα σου
και δίπλα στα φαντάσματα της πρώην
στις σελίδες του απεταξάμην
κι εκεί που η εφηβεία σταμάτησε το κωλοδάχτυλο.
Θα μιλάς στα τηλέφωνα
θα τα λες όλα
αν έχεις άντερα
αλλά τ' άντερα είναι για τους πεθαμένους
που στα νεκροτομεία τους γυρνάνε σαν σακιά
αριθμολογούνε τα πόδια
και πίνουν κονιακάκι στην υγειά τους.
Θα βγάζεις βιβλία το ένα μετά το άλλο
γράφοντας γι’ αυτούς τους νεκρούς
και για τη μάνα σου που ακόμα δεν λέει να την κάνει
μαζεύοντας γυαλιά από τη σκάλα
κι ας μην δεν τα θυμάσαι.
Θα τα ρολάρεις όλα αυτά.
Θα τα παίζεις με το δεξί δάχτυλο της πένας σου.
Μα βλέπεις
εγώ ήθελα άλλα να σου γράψω.
Όπως για ‘κεινον τον γραφιά
που αντέγραψε όλον τον Μεγάλο Γκάτσμπι
μόνο και μόνο για να δει
πως γράφεται ένα τεράστιο έργο
κι αργότερα φύτεψε μια σφαίρα στο κεφάλι του.
Για την Λουίζα που την έδιωξαν
επειδή δεν βογκούσε αρκετά
για να φτιαχτεί η γειτονιά
και τώρα τα πίνει μακάρια
δίπλα από μπαρ στα κατεχόμενα.
Ήθελα να σου πω για τους
φασίστες που ακούνε μαύρη μουσική
και τους αρέσει να τους γαργαλάνε τον κώλο
πριν κυνηγήσουν μετανάστες.
Για τον πατέρα που παίζει στοίχημα
μπας και συμπληρώσει τη σύνταξη
που όλο under είναι η ρημάδα.
Για τον Παύλο που φτιάχνει ποιήματα
και ύστερα σαπούνια
μονάχα για να μην τρελαθεί.
Για την Άννα
που μια φορά τη βδομάδα
πάει στο τρελάδικο
μόνο και μόνο για να δει κάτι φυσιολογικό
και για τη Γιώτα που στα εικοσιδύο της
έχασε ένα παιδί
στοιχειώνοντας με κλάματα
καμπινέδες ασυδοσίας.
Βλέπεις ήθελα να σου γράψω για τον Χρήστο
που σκέφτεται να περάσει
απ’ τον ένα κόσμο στον άλλο
μονάχα με τη ρακή του
και μια αράχνη για φιλοδώρημα.
Για την Τάνια που φοράει μια μπλούζα του σούπερμαν
και σαν τα πατζούρια ανοίγουν απ’ τη παρακμή
πυροβολεί απ’ το μπαλκόνι της το καλοκαίρι.
Ήθελα να σου πω για το θετό γιο μου στα Γιάννενα
που σπουδάζει πάνω στην αποτυχία
λιμοκτονώντας από εκείνα που κανείς δεν του ‘κλεψε.
Για τον Βάϊο που δεν θα τους κάνει ποτέ τη χάρη
να ξενερώσει
και για την Έφη που σταμάτησε να μεγαλώνει.
Ήθελα να σου γράψω κι άλλα
αλλά μάλλον
τώρα που το σκέφτομαι
είναι καλύτερα
εσύ να συμπληρώσεις το υπόλοιπο.

Check please!