Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

Ευτυχώς που υπάρχουν δεκαέξι άλογα και η παλαβομάρα δίπλα από το φως


Έρχονται και είναι λυπημένα, στα λένε κι έχουν χάσει το δρόμο. Κοιμούνται και δεν θυμούνται σαν δεν κάνουν τίποτα. Άσπρα άλογα που σταύρωσαν, κρασί χωρίς βραβείο κ’ οι τελευταίοι που έμαθαν το τίποτα. Που ήσουν, τι έκανες, αν μέθυσες, αν φώναξες, αν έφτυσες, αν χτύπησε το κεφάλι σου εκεί που οι μαύροι ουρανοί δεν βρήκαν το εκεί. Που στην κοπάνησε το τραγούδι που δεν άκουσαν οι ποιητές. Γιατί οι τελευταίοι είχαν παγκόσμιες μέρες, ατάλαντα έντεχνα λημάρια, διαβόλους χωρίς ουρές και όμορφες βραδιές με κεράκια στον κόρφο. Έτσι είναι.

Τα παιδιά πιστεύουν πάντα σε κάτι και οι παντρεμένες επίσης. Το χειρότερο απ’ τα δύο είναι πως οι παντρεμένες βλογάνε τα γαμήσια με τους άλλους όσο τα περιμένουν. Όσο για τα παιδιά…άστο να πάει! Η υπόθεση είναι μια ζωή, αλλά ευτυχώς που η υπόθεση δεν είναι εκεί. Γιατί κάτι δουλεύει, κάτι σε πάει πιο κάτω, κάτι σου λυγάει τις φλέβες και οι φλέβες είναι πολύ σημαντικές, μα όλα είναι σημαντικά, τι σημασία έχει άλλη μια ιστορία…Τα παιδιά, οι παντρεμένες, τα ζευγάρια, οι άντρες ποιητές πιο λίγοι απ’ τα’ αρχίδια τους!

Μην στέκεσαι εκεί. Μην δίνεις σημασία!

Ποτέ δεν ήμουν τυχερός, ποτέ η τύχη δεν το ‘παιξε μαζί μου. Είχα χωριά να μου τα λεν’ και χήρες ν’ ανοίγουν πόδια, τα κωλόπαιδα της νιότης να μου τρατάρουν τα δικά τους. Τα τύμπανα, τις γωνιές και τα ωραία. Δεν υπήρχαν όρια, δεν υπάρχει τίποτα, όλα είναι καλά μαζί μου κι όλα παίρνουν τη μεριά μου.

Θα μείνω εκεί. Στα έπιπλα

Ο θάνατος αργός, ο θάνατος στη κρεβατοκάμαρα, η μαύρη τρύπα, ο καπνός, τα δάχτυλα και το κουζινομάχαιρο.

Κάποτε είχαμε αγάπη. Και μαζί μ’ αυτή πένθος, σκοτεινό κονιάκ και λίγη σάλτσα. Κάποτε είχαμε όμορφα σκυλιά, λεπίδια στο πέτο και σ’ ένα στενό το χέρι να δείχνει που υπάρχεις. Κάποτε είχαμε μίσος, σκληρή αγάπη, τραγούδια που δεν μας πέθαιναν, σεντόνια που δεν μας σκέπαζαν και πάντα γιορτές! Γαμημένα σκληροί για να αντέχουμε κι όταν τ’ ακούμε, οι προσευχές να φτύνουν τη μάνα μας. Ο πατέρας εκεί…πεθαμένος… σκληρόπετσος, αλλά πεθαμένος. Να τον περιμένεις, γιατί κάθε ώρα είναι το τηλέφωνο που θα χτυπήσει, το φέρετρο που θα σταθεί, ο εγγονός που θα γελάσει, η νύφη που δεν ήρθε, ο γιος που ήπιε περισσότερο απ’ αυτόν τα βράδια, τα ασύδοτα, καφενείου γι’ αυτόν, βρωμωδείες για τον άλλον, γυαλί με χρώμα άχρωμο για όλους.

Δεν ξέρουμε τι γράφουμε, δεν ξέρουμε τι είπαμε, τι νιώσαμε. Τίποτα δεν καταλάβαμε, τι μας ξεκίνησε να πίνουμε και τι μας τέλειωσε να τα τελειώσουμε. Σιχαίνεσαι το πατέρα σου, θες να του σκάσεις τα άντερα στα δύο. Τη μάνα σου όμως στην αγκαλιά…στην αγκαλιά και να της σφίγγεις απ’ αγάπη το λαρύγγι και μια ζωή χαμόγελο στο τραπέζι το μεσημεριανό με μια ζωή επανάληψη. Υπήρξαν βραδιές που δεν σηκωθήκαμε, αρνηθήκαμε, δεν υπήρχε λόγος, κάποιες φορές απλά δεν υπάρχει λόγος. Πέφτεις κι όλα έχουν νόημα, δεν τρως κι όλα σε ταΐζουν, γαμάς και δεν υπάρχεις, ερωτεύεσαι και δεν είσαι εκεί. Κουνάς το χέρι και δεν ξέρεις αν είναι δικό σου. Τα γράφεις παντού, είναι δικά σου, τίποτα δεν είναι δικό σου μέχρι να σε μαχαιρώσει, τίποτα!

Είδα ανθρώπους που λύσσαξαν, γυναίκες που δεν τους έκανα έρωτα γιατί ήθελα να τους κάνω έρωτα, άντρες που ήθελαν να γίνουν φίλοι μου και απλά δεν τους θυμάμαι. Ήπια…ήπια πολύ και καμιά φορά σκέφτομαι πως καλά έκανα και καλά ήτανε. Άλλοι μου λένε πως πρέπει να τα θυμάμαι όλα αυτά, εγώ σκέφτομαι πως αν τα θυμόμουν θα είχα ήδη τινάξει τα μυαλά μου στον αέρα. Δεν τα αντέχω όλα αυτά, ποτέ δεν άντεχα τον κόσμο, γιατί να τον αντέχεις. Το να ξυπνάς το πρωί δεν είναι εύκολο, για κάποιους είναι, όχι για μένα. Για μένα είναι φυσιολογικά τα βράδια που δεν με φτιάχνει κανένας και με φτιάχνουν όλοι. Τα μπαρ που πεθαίνουν κάποιοι απ’ το αλκοόλ, οι δρόμοι που στρώνουν τα βράδια του αλκοόλ, οι φίλοι που ‘κόψαν το αλκοόλ, οι πάντες που ζητάνε αλκοόλ.

Έχω δυο φίλους, ο ένας στον βορά κι ο άλλος στο νότο. Κι έτσι είναι η τύχη όταν τα θες και δεν σου ‘ρχονται. Φταίνε βλέπεις τα τρένα που έχεις σταθεί, οι στάσεις, οι άνθρωποι που αποχαιρέτησες και τους ξέκανες τελικά για πάντα. Φταίει η ώρα η κακή, η λάθος ώρα γιατί όταν είσαι καλά τα πάντα σου πάνε αλλιώς και το αντίθετο σε κοροϊδεύει.

Τα τύμπανα παίζουν, τα τύμπανα πάντα θα παίζουν. Το να χάσεις το μυαλό σου είναι σοβαρό, αλλά καμιά φορά τη νύχτα που η μουσική δεν χτυπάει κι απ’ τους τοίχους του σπιτιού ακούς πράγματα που δεν υπάρχουν, μάλλον πρέπει να φτιάξεις ανθρώπους με αυτούς τους ήχους, κ’ οι άνθρωποι δεν υπάρχουν, κ οι ήχοι δεν υπάρχουν και όλα αυτά που σας έλεγα τόση ώρα είναι κάτι ρημάδια που βγήκαν απ’ το κεφάλι μου καθώς πέτυχα τον άτιμο που μπήκε απ’ την αυλή μου στη βεράντα κι απ’ αυτήν στο δωμάτιο που δεν κοιμάμαι για μέρες και λέρωσε την φλοκάτη της γιαγιάς μου με το παπούτσι το κακό και δύο λεπτά πριν το ξημέρωμα δεν ξέρω που στα σκατά είναι, μ’ εμένα να ‘χω αίμα στον αγκώνα, αίμα σε μια κάλτσα και αίμα στο δεξιό μπατζάκι του περσινού μου παντελονιού.