Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

Τόλμη και Γοητεία

Όλη η αλήθεια βρίσκεται
στο πύον μιας κατσαρίδας
και στο φλέμμα ενός αλήτη
που στρώνει χαρτόκουτα καμαρωτά
λίγο πιο κάτω απ' το σπίτι.
Ευτυχώς που απόψε δεν ήρθε ο Σαχτούρης
ούτε ο Ντοστογιέβσκι.
Πάλι καλά που δεν πάτησε το πόδι του
ο Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι
γιατί σ' αυτή τη γειτονιά
κουμάντα κάνουν κάτι Πολωνοί με μπύρα και σουγιάδες.
Λοιπόν, συζητούσα μια βραδιά μ' ένα φίλο
για τους ποιητές που τους επισκέφτονται άλλοι ποιητές
φυσικά αυτο γίνεται στα μυαλά τους
αλλά δεν έχω ακόμα καταφέρει να καταλάβω πως γίνεται.
Εμένα μ' επισκέφτεται ένα σκεπάρνι που πάιζει ζάρια στην Ακαδημίας
μαζί με την εννενηνταπεντάχρονη γιαγιά μου.
Την κλέβει
και σ' ένα αμάξι που πάει για μπάνιο
βλέπω την πιο όμορφη μάνα
που της πέταξα ένα φιλί λίγο έξω απ' το μαγαζί
την ώρα που ο γιός της κλωτσούσε ένα δέντρο.
Ποιητή πάντως
δεν είδα ποτέ να συζητά μαζί μου
κι ευτυχώς ποιήτρια δεν με φίλησε ακόμη.
Το παλεύω όμως!
Πως πάνε τελικά για καφέ με τον έναν;
τρώνε με τον άλλον;
πίνουν στο ίδιο ξύλο μ' έναν πεθαμένο
και πάντα βρέχει
και πάντα σύννεφα
και κάτι ουρανοί που είναι έτοιμοι να κλάψουν
με φεγγάρια μουσαφίρηδες
κι αστέρια κουμπαράδες.
Λοιπόν αυτό το "και" στα ποιήματα πρέπει να το κόψω
αλλά πριν το κάνω θα σας μιλήσω για το Χριστινάκι.
Το Χριστινάκι είναι πάνω από 100 κιλά
Έχει το μπακάλικο στη γωνία που αράζουν οι πάντες,
κάθε που της ζητάω το μπουκάλι μου λέει:
"πάρτο μόνος σου, τώρα βλέπω Τόλμη και Γοητεία"
κι εγώ αναρωτιέμαι:
"Αυτοί οι μπάσταρδοι τελικά, δεν έχουν πεθάνει ακόμη"
Ο Ριτζ
Η Μπρουκ
Η Κάρολάιν
που κάποτε ήμουν ερωτευμένος μαζί της,
όλοι αυτοί οι μόδιστροι που πηδιούνται μεταξύ τους
και δεν γερνάνε
ποτέ δεν γερνάνε
γιατί να γεράσεις όταν σε κάνει κάποιος άλλος;
έτσι δεν πάει;
έτσι λοιπόν αφού τελειώσει το επεισόδιο
"δεκαπέντε χρόνια και κάτι"
το Χριστινάκι κάποια στιγμή το κλείνει
και το κλείνει γιατι το ραδιόφωνο παίζει Ηλία Κλωναρίδη
που είναι ο αγαπημένος της
κι εγω 'κεινη την ώρα σκέφτομαι πως
μάλλον οι ποιητές δεν πάνε πια στα μπακάλικα
αλλά στα σουπερμάρκετ και στους πρώην αγανακτισμένους
με ασπροκόκκινα τάδε έφη ζαραφούστα πανωκατωφόρια.
Α! ρε Χριστινάκι
πόσοι Σαχτούρηδες
και Ριτζ
και Ντοστογιέβσκι
και Καρολάιν
και Μαγιακόβσκηδες
και Μπρουκ
και τόλμες γεμάτα ποιήματα
και γοητείες
γεμάτες λουλούδια
δεν πέρασαν δίπλα απ' τα σακιά με τις φακές
και τα φασόλια,
τα πακέτα με τα μακαρόνια,
τις θρούμπες ελιές
και το χύμα κρασί με τα τρία ευρώ το δίλιτρο.
Τα τσιγάρα Χριστινάκι
δίπλα σου,
απ' τα βαμμένα νύχια των εκατών κιλών που βαστάνε τα πόδια σου
και τα παγωτά που έφαγαν πεθαμένοι,
ζωντανοί και πλαστικοί αντικαταστάτες
κατακλείδες όμορφων άσχημων ποιημάτων.
Χριστινάκι πρέπει να το ξέρεις,
"η κατακλείδα σ' ένα ποίημα υπάρχει πάντα για να εξυπηρετεί το κείμενο"
κι ο Ριτζ ήταν πάντοτε ο γαμιάς των νιάτων μας.

πίνακας: Lucian Freud