Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

C R Avery...38 Bar Blues (απόδοση στα Ελληνικά Γιώτα Παναγιώτου)


ΟΙ ΔΥΟ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΜΟΝΤΡΕΑΛ

Το μαύρο της σουτιέν πάνω στο μπουφέ,
μάλλινο μεταχειρισμένο παλτό στην πλάτη μου.
Ο Άγιος Λαυρέντιος προσεύχεται για έναν ξομολογητή,
Η Αγία Αικατερίνη διαφωνεί και ηγείται της επίθεσης.

Η στρατιά των εργατών μεταναστών είναι έτοιμη.
«Κανένας διάβολος στο Μόντρεαλ!»
Το χιόνι έπεφτε ασταμάτητα,
κάθε μοτέλ το έβλεπε να πέφτει.

Προστατευμένος κάτω στο υπόγειο του καταστήματος υπολογιστών της,
Παρακολουθούμενο από ένα ακριβό μαγαζί,
στην άκρη της Chinatown, νεκρικά ήσυχος,
Προσεύχομαι για τον Άγιο Λαυρέντιο, την Αγία Αικατερίνη και τους μετανάστες του πολέμου.


ΜΕΡΙΚΕΣ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Ο ήλιος έχει πάει να κοιμηθεί σε μια στοίβα από καλοκαιρινά φορέματα.
Η σελήνη του Μέξικο δεν έχει σηκωθεί απ’το πτυσσόμενό της κρεβάτι
για τη βραδινή βάρδια των μείων 9 βαθμών.
Σε παρακαλώ άναψε τα φώτα στα παράθυρα των διαμερισμάτων του χωριού μας.
Είν’οι μοναδικοί μοναχικοί μας οδηγοί
μέσα απ’το καρβουνιάρικο κρύο των πρόστυχων μυστηρίων της σελήνης.
Θα λάμψουν και θα φωτίσουν μαύρα αξύριστα μπούτια
φτάνοντας μέχρι τα μπλε βασιλικά της εσώρουχα,
περιμένοντας ωραία νεαρά αγόρια που είναι στ’αλήθεια νεαρές λεσβίες
με σουγιάδες κρυμμένους κάτω απ’τους μανδύες τους
για να φωτίσουν τα ορφανά αστέρια.

Κάπνισε δίπλα στο βρεγμένο παράθυρο του τρένου σου.
Η τάξη μου, αυτή της ιστορίας της τέχνης, ζωγράφιζε γυμνές γυναίκες
που θα μπορούσαν να χάριζαν στον Πικάσο μια στύση
και το αιδοίο της Big Momma Horton υγρό.

Καθώς λουζόμαστε σε μισάκριβο κόκκινο κρασί,
όλοι μας εναλλασσόμαστε ως πρότυπα και ως παρατηρητές.
Ο ένας σε αργό στριπτήζ με κόκκινα μάγουλα,
ο άλλος επιστρέφοντας απ’το μπάνιο μη φορώντας τίποτα παρά μονάχα ένα μπομπέ καπέλο.
Κι οι δυο όμορφοι σαν τη ρόδα λούνα πάρκ του Coney Island,
αξιολάτρευτοι σαν αλεπούδες μες στο κοτέτσι.
Έχεις δει ποτέ σου έναν αλήτη γυμνό;
Μοιάζει μ’εκατομμυριούχο.

Απ’το μπαλκόνι του 4ου ορόφου,
μια παραμορφωμένη γάτα γρυλλίζει σ’ένα στενοσόκακο από κάτω,
δίπλα στον ανοιχτόχρωμο μπλε σκουπιδοτενεκέ που γράφει “smells like teen spirit”,
ένα βρώμικο τριαντάφυλλο στα κιτρινισμένα δόντια της
και σύντομα στην πεινασμένη κοιλιά της,
καθώς το μεγαλόστηθο φεγγάρι σκαρφαλώνει τις σκάλες προς το ταχυδρομικό της κουτί.

Γελάει αδιάφορα στο σκοτάδι του σύγχρονου κόσμου,
κατακτώντας το σύμπαν.

Τώρα οι γυναίκες είναι ντυμένες και σιωπηλές σε ξεχωριστά δωμάτια
καθώς ο άντρας κτυπά τη γραφομηχανή στην έξοδο κινδύνου
σαν το Γέρο Χρόνο.
Δυστυχώς, η τάξη που σχεδιάζει δε βασίζεται πια στο λάδι και στη γύμνια
σε μια ζωγραφισμένη όπερα με μολύβι των 3 πεντάρων
της συγκίνησης και της διάφανης ποδιάς.

Μα κοίτα έξω απ’το βρεγμένο παράθυρο του τρένου σου.
Μπορείς να διαβάσεις για μια περίοδο στην ιστορία της τέχνης
η οποία ξεγυμνώθηκε απ’το φως της λάμπας,
εδώ πέρα στο μικρό μας χωριό.


ΑΝΤΡΑΣ ΔΙΠΛΑ ΜΟΥ ΚΑΘΙΣΜΕΝΟΣ ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ

Τον ρώτησα αν ήταν μουσικός:
είπε, “Όχι”
"Ωστόσο, γράφω ποίηση.”, πρόσθεσε,
Αργότερα εκείνο το βράδυ
τον ρώτησα πότε άρχισε να γράφει.
“Όταν με παράτησε η γυναίκα μου,” απάντησε,
έπειτα έστρεψε το βλέμμα στη φωτιά καθώς αυτή κροτάλιζε ζεσταίνοντάς μας μες τη βροχή
και πρόσθεσε,
“Ήταν κάπου εκεί γύρω στην ίδια εποχή
Που άρχισα επίσης να κάνω παρέα μ’εγκληματίες".


ΑΡΚΤΙΚΟΣ ΑΝΕΜΟΣ

Η γυναίκα μου έχει ένα τατουάζ στην πλάτη
που κανένας δε βλέπει.

Εμφανίζεται μόνο όταν το χέρι μου γλιστρά κάτω απ' το λαιμό της
μέχρι το σημάδι στο δέρμα της από μια σφιχτοδεμένη ζώνη.
Είναι εξαιρετικά λεπτομερές, γιγάντια φτερά πεταλούδας Μονάρχη.

Καθώς κάνουμε έρωτα, φτερουγίζουν σαν έλικας ελικοπτέρου,
ανεμίζοντας τα σώματά μας σαν αρκτικός άνεμος
ή σαν μια ανοιχτή παγωνιέρα.

Καθώς ξαπλώνουμε στο κρεβάτι
κι αφού έχουμε φιλήσει ο ένας τον άλλον στο μέσα μέρος του αυτιού
με το ραδιόφωνο απ' το ξυπνητήρι,
μ’ένα μπουκάλι απαγορευμένο ποτό,
καπνίζοντας ικανοποιημένοι,
βλέπω το μελάνι να τρέχει
στο πορτοκαλί του Halloween
και στο μπλε της μαύρης γλυκόριζας,
στάζοντας κάτω στον γλυκό της κώλο
τον οποίο φυσικά και ζουλάω,
τα φτερά της τώρα κρυμμένα απ’τον κόσμο.


~ ~ ~

Για τον C R Avery τα είχαμε πει κάποτε εδώ σε μια μεταμεσονυχτισμένη γεμάτη μουσική και αλκοοόλ ανάρτηση όταν είχε κυκλοφορήσει ένα άλμπουμ που έκανε τον Tom Waits να παραμιλάει. Ο ίδιος ο Avery μπορεί βέβαια να ξέρει να παίζει ένα σωρό όργανα μόνος του αλλά αυτό είναι απλά η τρέλα του πάνω στη σκηνή. Ο Avery πάνω απ' όλα είναι ένας ποιητής που του αρέσει να ρολάρει τα λόγια του με μια φυσαρμόνικα και το στόμα του. Φέτος κυκλοφόρησε την δεύτερη ποιητική του συλλογή με 38 μπαρόβια ποιήματα-μπλουζ ιστορίες. Τέσσερα απ' αυτά στη σημερινή ανάρτηση σε απόδοση από τη Γιώτα Παναγιώτου...κι ένα δείγμα απ' τα μουσικά του τερτίπια από κάτω...