Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2010

Στου δωματίου το κρεβάτι



Έψαχνα παντού να βρω που ήμουνα.

Παραμόνεψα πίσω από σοκάκια που παρατούν οι βιαστές τα θύματα τους.

Φοβήθηκα πως σταμάτησα να σαγηνεύω οτιδήποτε.

Έγινα επιθετικός.

Έγραψα ασυνάρτητα κι ανορθόγραφα.

Έριξα αλάτι στις πληγές μου.

Γύρεψα τις επιθυμίες μου σ’ ένα μπουκάλι κρασί και σε άδεια πακέτα από τσιγάρα.

Ξύπνησα σε τεμπέλικα μέρη με βρώμικο μαύρο πουκάμισο, φορεμένο καθοριστικά.

Ανέτειλα σε κάθε αυγή ιριδιακά, σ’ ένα βάθρο γεμάτο σάλια και θρυμματισμένα λόγια.

Στα κατάστιχα ενός σκιερού δωματίου, έκανα το πρώτο μου έγκλημα.

Με βρώμισαν και βρώμισα με ψέματα.

Δοκίμασα κάθε ανθρώπινη αδυναμία.

και ξένοιασα με κάθε μυθοπλασία.

Εκφυλίστηκα σε τέσσερις τοίχους μ’ ένα ψόφιο ταβάνι για ουρανό.

Ξεπάστρεψα τη μνήμη σε όνειρα αλαζονικά.

Μέθυσα όλα τα βράδια που βρέθηκε δίπλα μου γυναίκα.

Δε δείλιασα ποτέ να σκούξω στο σκοτάδι,

ούτε να κλάψω γοερά στα πόδια της γυνής μου.

Δε ξέσπασα ποτέ σε κανένα τσακίζοντας την ευαισθησία του.

Έψαξα για το μεγάλο μυστικό,

τη χροιά μιας σκοτεινής φωνής και κάτι παραπάνω.

Πίστεψα σε μια φυγή και σ’ ένα θάνατο σχεδόν εφηβικό κι ακατανόητο.

Έγραψα ιστορίες για να πιστέψω πως υπάρχουμε,

γέμισα ολάκερα τετράδια με λέξεις.

Περπάτησα σε δρόμους γιομάτους λάσπη κι αργοπορημένους έρωτες.

Βαρέθηκα το στόμα μου κι εκείνο με ξεπλήρωσε με απόμακρες κραυγές.

Ξεγύμνωσα ένα κορίτσι απέναντι μου και ύστερα του έκλεψα οτιδήποτε μου είχε χαρίσει.

Μίσησα τους ποιητές.

Αγάπησα τους παλιάτσους.

Σιχάθηκα το φεγγάρι,

και φίλησα το διάβολο στο στόμα σφυρίζοντας ένα άσκοπο τραγούδι.

Ήθελα να πω έρωτας κι έλεγα τέλος.

Καμιά φορά κρατιόμουν κι από κάνα χαμόγελο,

έτσι για να κάνω το χατίρι των άλλων.

Έγινα περασμένος,

έγινα επόμενος,

έγινα σκάρτος και μοναδικός,

μα ποτέ παρίας για το τομάρι μου.

Έφευγα σαν ασυμβίβαστο σκυλί που δεν έλεγε ν’ ακούσει.

Τρελάθηκα κάτω από τα σκεπάσματα,

και μέσα σε νοσοκομειακούς διαδρόμους την ώρα που ο κομπογιαννίτης χρόνος, μου τα ‘παιρνε όλα.

Σταμάτησα να πιστεύω στα όνειρα μου,

και άρπαξα εκείνα κάποιων άλλων.

Μίλησα με μεγάλους άντρες,

κι ακόμα μεγαλύτερες γυναίκες.

Μίλησα με παιδιά που δε φοβήθηκαν ποτέ τίποτα,

και με ζώα που ένιωσαν το θάνατο πριν απ’ όλους.

Κάποια μέρα θα σου πω και τα υπόλοιπα που χώρεσαν στο τσαρδί ενός άλλου τετραδίου.


Ο φωτισμός ήταν πάντα μικρός,

και η ζάλη αρκετά μεγάλη.


Τελικά πόσα χρόνια πέρασαν;


Είναι αυτό το παρελθόν που έρχεται σα χλωμό φάντασμα και μας τρομάζει,

την ώρα που τίποτα δε μοιάζει με αληθινό.


Κουράστηκα να ψάχνω για ευθύνες κι ενοχές.


Πίνακας: Vania Zouravliov