Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2008

Η Φάρα


Η σημαντική ώρα

ξεπέφτει

πριν το χνώτο μας ξεμυρίσει τα ξημερώματα

και οι πιο τρελές γυναίκες

χάθηκαν

πριν πούμε καν το τελευταίο αντίο.

Οι φίλοι

ξεθωριάζουν

μονάχα τα ποτά αλλάζουν

κι από σκούρα και χρυσαφιά

βυζαίνεις μόνο άσπρα.

Τα δάχτυλα τρέμουν,

αυτά τα τρέμουλα δεν θα μετανιώσουν ίσως ποτέ,

πιανίστα πρόθυμου να κολάσουν αγιοσύνες.

Γράφω σαν ποιητής,

μισώ τους ποιητές,

οι μισοί από δαύτους είναι κοινοί μικροαστοί εγκληματίες.

Κόπιασα πολύ για να μην γελώ με αηδίες.

Έριξα πολλά μαλλιά στο χώμα

για να τραφούν οι κατσαρίδες του σκοταδιού.

Είδα το χρέος μου,

δεν είδα κάτι πιότερο

και προπαντός ξενύχιασα τις κραυγές πριν αυτές με θάψουν.

Μίλησα σαν μουσικός,

πρέπει να μιλάς σαν μουσικός,

να παίζουν τα χείλη σου σαν πλήκτρα,

να γεμίζουν τα κενοτάφια του μυαλού σου

με κακορίζικα λογάκια.

Τ’ αγοροκόριτσα να ξέρουν τη μιλιά,

να βλέπουν να ντυθούν με λεπτολούλουδα

και χαρτόβιες σκιές.

Να νιώθουν τα μανίκια σου

τη μπαστουνιά στο σώμα.

Είδα την ώρα την ασήμαντη

που κάποιος έλεγε

Εγώ

και ξόφλαγε το πλοίο του στα πλούσια φινιστρίνια.

Τα πλοία τώρα βυθίζονται.

Το ‘πε κι ο τελευταίος που έζησε στο κάποτε ξακουστό Παρίσι

με τους αγέρηδες αντάμα στο κατάρτι.

Πίνω βότκα,

καινούργια συνήθεια.

Με τα χρόνια τα ποτά αλλάζουν.

Οι άνθρωποι μόνο ταμπέλες σταυρώνουν

και κράζουν πάνω τους

σαν πουστόφτηνες παρομοιώσεις.

Η φάρα,

η φάρα

που λέγεται

Ανθρώπινο γένος.

Πορτοκαλιές ξεραίνονται

και δοκιμάζει η γεύση μας το καταχείμωνο.

Αντίο ξυπόλυτε ονειροκρίτη.


Από τον Διάβολο Πάνω σε Στρατσόχαρτο
που είναι ήδη έτοιμος και περιμένει...
Γιάννης Ζελιαναίος