Τρίτη, 13 Μαρτίου 2007

Ο Χειρονίφτης μου

Συγκατανεύοντας στο φως με μια στοίβα εξαγορές. Συνήθως καταρρέει οτιδήποτε κερδίζω στην ατοπία της μοιραίας μέρας. Είμαστε όλοι παιδιά της ντροπής κι ο τόπος μας ένα κουφάρι που συλλέγει το σπαραγμό του πρωινού. Είχες έρθει εκείνη τη μέρα που δυο τραγούδια νόημα σπαρτάρισαν στο σώμα. Κοίταξες το παράθυρο κι άναψες τσιγάρο. Δε μ’ ανεχόταν πια κανένας. Δεν ανεχόμουν κανένα. Σε μια εικόνα γύρευες τ’ όνειρο και σ’ ένα πρωινό τη φαντασία. Ένα τσούρμο ακάθαρτοι στο τόπο που σ’ αναζήτησα. Ο άντρας που έγινα καθώς σε γύρευα στ’ ακατάδεχτα τραπέζια και στα πεινασμένα μάτια. Κι έπινα συνέχεια και σ’ αναζητούσα και δεν έλεγα με τίποτα να φτιάξω τη ζωή μου. Έσκυβα ασθμαίνοντας στα χαρτιά και στη γέννα που μόνιαζε με το ανεκπλήρωτο. Θα μείνω και θα προσμένω με τη μιλιά που θα μου παίρνει το μολύβι. Ο χειρονίφτης μου ο τρομερός. Θα μείνω να κοιτάζω τα πόδια σου όταν θα με σιχαίνεσαι και δε θα ταιριάζει η γραφή σε κανέναν βρομιάρη συγγραφέα. Σε κανένα παρελθοντικό φίλο που αμαρτάνει με τη κατήφεια του. Και θα υπάρχει πάντα ένα κορίτσι κι ένα αγόρι στη γωνιά του απίστευτου δωματίου με τις τρεμάμενες γαλήνες και τους απτόητους μουσικούς γέροντες. Στις βρεγμένες ζακέτες που ξεμυτάνε κάθε Σεπτέμβρη. Και είναι πάντα τόσο πένθιμες οι ρημάδες. Ιστορίες-καθάρματα, σου λέω που σκούζουν μες τα μάτια και σε γνώριμα σόλο στου αφεντικού το σώμα. Θα μείνω και θα προσμένω. Γιατί σου έδωσα την υπόσχεση στην ιστορία και στα αδιάκοπα μάτια σου που με μαρτυρούσαν μέσα στη νύχτα, δίπλα από μια λάμπα ασάλευτη. Ποιήματα ανιστόρητα που ξεχάστηκαν σε μια ουγκιά προστυχιές. Όλα θα βυθιστούν και θα πνιχτούν στον ιδρώτα της επόμενης μέρας. Στα απτόητα σοκάκια και στις αρχέγονες μιλιές.
Και κοίταζες το παράθυρο ανάβοντας ένα τσιγάρο.
Κι εγώ σκοτωνόμουν πάνω από το βιογραφούμενο όνειρο του χαμένου.
Είχα δώσει μια υπόσχεση.
Ξέρω πως θα τη κρατήσω.
Στην εικασία του βραδιού που θα με πάρει.
Δε θα γλιτώσω ποτέ από τη χλεύη του παρελθόντος.

Από την ποιητική συλλογή
"ΑΝΝΑ"
ΕΡΙΦΥΛΗ 2005