Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2013

Νίκος Ζιάκας / Σφαίρα - εισιτήριο - μαχαίρι- μαγκάλι


7:40 λέει το ρολόι κι εγώ μετράω αϋπνίες, καφέδες, τσιγάρα, οργή, θυμό, απογοήτευση . Σηκώνομαι από το κρεβάτι, ανοίγω το ντουλάπι, βάζω τη τελευταία κουταλιά καφέ κι έτσι για την αλλαγή τον πίνω σκέτο σαν τον θάνατο που μας σερβίρουν πρωί, μεσημέρι και βράδυ. Θυμάμαι μικρός που παίζαμε πέτρα-ψαλίδι-χαρτί και πειράζαμε τον χαμένο του παιχνιδιού. Τώρα όμως το παιχνίδι έχει αλλάξει και πάει κάπως έτσι , σφαίρα-εισιτήριο-μαχαίρι-μαγκάλι Μόνο που δεν ξέρω ποιό από όλα αυτά νικά. Ποιόν βγάζει νικητή, ποιόν θα πειράξουμε στο τέλος και ποιός θα μπει τελευταίος στη τάξη όταν το κουδούνι χτυπήσει. Το κουδούνι έγινε καμπάνα κι εσπερινός, χους εις χουν και κάτι άλλες βαρύγδουπες εκφράσεις από τα κωλόπαιδα με τις σιδερωμένες γραβάτες στα κανάλια της ντροπής.
Ανάβω τσιγάρο. Τελειώνει ο καπνός όπως τελειώνει η υπομονή μου. Η τηλεόραση κολλημένη σ’ ένα πρωινάδικο ενώ ανακάτευα τη τράπουλα που έχω στα χέρια μετρώντας πόσοι άσσοι μου έχουν μείνει. Καπνίζω σαν φουγάρο. Ξαφνικά ακούω μια τρεμάμενη φωνή. Στη Θεσσαλονίκη ένα σπίτι πήγε να καεί μαζί με την οικογένεια μέσα, κι άκουγα τον πατέρα να ουρλιάζει, να βλέπει το σπιρτόκουτό του καμένο γιατί προσπάθησε να κρατήσει τα παιδιά του κάπως ζεστά μέχρι να πάνε στο σχολείο. Η δημοσιογράφος δεν μπορούσε ούτε ερωτήσεις να κάνει παρά μονάχα άκουγες τον οδυρμό του πατέρα, δεν ήξερε ποιόν θεό να παρακαλέσει και ποιόν να βρίσει, ποιόν να ευχαριστήσει που είχε ακόμα τη ζωή του και ποιόν να καταραστεί που δεν του τη πήρε να τελειώνει μια κι έξω, να γίνει κι αυτός αριθμός. Άλλωστε και τώρα αριθμός είναι, ένας ακόμα στη λίστα των ανέργων. Κι έτσι μεμιάς το μυαλό μου κάπως γυρίζει και μετράει νεκρούς. Νεκρός από αυτοκτονία, νεκρός από μαχαίρι φασίστα, νεκρός από ελεγκτή, νεκρός από σφαίρα, νεκρός από μαγκάλι, νεκρός από πυρκαγιά, νεκρός, νεκρός, νεκρός, νεκρός ...
Σηκώνομαι νευρικά και περπατώ σαν τα φυλακισμένα λιοντάρια του ζωολογικού, πάνω κάτω στο δωμάτιο, πάνω κάτω στο κλουβί μου, στερεοτυπική συμπεριφορά λένε οι κτηνίατροι, μανιοκατάθλιψη οι ψυχολόγοι, σβήνω τσιγάρο, ανάβω τσιγάρο, χτυπάει το τηλέφωνο, αναγνώριση κλήσης, κάποια τράπεζα θέλει τα χρωστούμενά της, κάποια τράπεζα θα πάρει μόνο αποκαΐδια αν έρθουν να μας πάρουν το σπίτι, κάποια τράπεζα πουλάει τα κόκκινα δάνεια και θα έρθει λέει να μας τα πάρουν με μπάτσους, εισαγγελείς, δικαστές και χαμόγελο. Αναπνέω πιο γρήγορα, πάω στη ντουλάπα, μετρώ 2 καραμπίνες και κάμποσα φυσίγγια, κοντοστέκομαι... Συλλογίζομαι... Αν οι σφαίρες μου γράψουν τα ονόματα κάποιων πολιτικών θα με πούνε τρομοκράτη ή στη καλύτερη περίπτωση ψυχοπαθή. Αν τη στρέψω στον εαυτό μου, θα είμαι κι εγώ ένας αριθμός ανάμεσα στους αυτόχειρες. Μονάχα οι φίλοι κι οι γέροντες γονείς μου θα με κλάψουν κι ύστερα κι αυτοί θα με ξεχάσουν, έχουν μια ζωή να παλέψουν βλέπεις.
Αναρωτιέμαι τώρα ... Ποιά από όλες αυτές τις επιλογές έχω και ποιά να διαλέξω ... Σκέφτομαι όμως μήπως αυτά τα φυσίγγια που έχουν απομείνει τα κάνω δώρο στους γύρω μου, σε αυτούς που ψήφισαν τα κολαριστά πουκάμισα, σε αυτόν που κουνούσε υπερήφανα τα σημαιάκια των κομμάτων, που έγλειψε τα παπούτσια τους, που τα γυάλιζε με τη γλώσσα του, σε αυτόν που σηκώνει ναζιστικά το χέρι και φωνάζει αίμα- τιμή- χρυσή αυγή, στις αριστερές κουφάλες με τις δεξιές τσέπες , στους συντρόφους που μόνο για Μαλατέστα ξέρουν και πώς θα γίνουνε πολλοί στη συλλογικότητα, πόσους μάζεψε το πανό, σ’ εμάς τους ίδιους που φωνάζουμε γι αλλαγή, κόντρα στην εξουσία, κόντρα σε νόμους και δικαστές αλλά το βράδυ μετράμε μονάχα τις σκιές μας καθώς γυρίζουμε στο σπίτι... Αποστεωμένες και νόθες σχεδόν , ακουμπάνε στο τοίχο , στημένοι καθόμαστε σαν σε απόσπασμα κι ούτε καν χαμογελάμε ρε !
Το μυαλό μου παίρνει στροφές και βρίζω θεούς και δαίμονες, μα πιο πολύ βρίζω τον ίδιο μου τον εαυτό που κάθομαι σε αυτή τη γαμημένη καρέκλα και πατάω κουμπιά μπας και μοιράσω την οργή μου στους φίλους και τους γνωστούς μου, μπας και με κάνω και μένα να πιστέψω πως δεν φοβάμαι καμία ΓΑΔΑ, κανένα γκλοπ μπάτσου, κανέναν φασίστα, κανέναν δικαστή και κανέναν εισαγγελέα γιατί εντέλει είμαστε όλοι καταδικασμένοι με διαφορετικές ποινές ο καθένας, στο δικό μας προσωπικό απόσπασμα κι αν δεν κάνουμε κάτι τώρα θα μετράμε τις μέρες πριν μας πάρει ο διάολος μαζί του. 
Μόνο που μια λέξη σαν ηχώ παίζει σ’ επανάληψη... Νεκροί , νεκροί, νεκροί ...
Πόσους νεκρούς ακόμα αντέχει το τομάρι μας; Πόσους νεκρούς ακόμα αντέχει η απάθειά μας; Πόσους νεκρούς ακόμα θα χαρίσουμε να έχουμε στα χαμόγελα τους οι χαρτογιακάδες;; Για πόσο ακόμα θ΄ αφήσουμε να προφέρουν τα ονόματά των νεκρών μας ρε ;
Για πόσο;;; Για πόσο ρε μαλάκα;