Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

Υπερυψωμένες ομοιοκαταληξίες για ένα ρεμάλι

Στον φίλο Κώ.Ρε

Είναι το νύχι το βαλτό
κινάει κόκκινο μισό
το δέρμα να ξεσχίσει
και σαν κροκόδειλου ορμή
το σπάει με τα σαγόνια
το σπάει το πούστικο ξανά
κραυγή δεν λέει να βγάλει
κι αν το μαχαίρι που σφυρά
μπερδεύει πνεύμα και ξερά
χύνει φωτιά απ’ το φαλλό
ρηγάδες απ’ το χέρι.

Κοτσάρουν τ’ άντερα ξανά
λόγια γαλάζια και φτηνά
μυαλού επιδημίες
του κήπου οι πόνοι οι βραστοί
κλοτσάνε αηδίες.
Σε ξοδεμού άθλιο ψωμί
έρχεται η ώρα η κακή
κι αυτός χρειάζεται ρακί
στην προδοσία του θεού
πάνω στο καύκαλο το καψερό
και στου καπνού τον ίσκιο.

Στον πρώτο δρόμο που γυρνά
η μαύρη σκύλα που ξεχνά
ταΐζει αστροπελέκια
τρώει τα όρνια του χαμού
φτύνει κρανία γιασεμιού
κι ορκίζεται στη πήχτρα.
Αντέχει σ’ ώρες τσακαλιού
που τίποτα δε πάει
και το σιτάρι
κι ο ρυθμός
ίσκιου βαλτός ο καψερός
ζουλάει τα ζωντανά της
λήγει το κλάμα του μωρού
μονάχα με το μάτι
φτύνει σε σώμα αγιασμού
κι αρπάζει ένα φτυάρι.

Σε ψίχας λάδι το φτωχό
παίζει στη σιγαλιά του
και μέσα σ’ όνειδου σιωπή
ξεκοκαλίζει φρίκες
απ’ του ζογκλερ το θυμιατό
ψοφάει για κρεμάλες
βγάζει τη σήψη απ’ το φτερό
και το φτερό λασπώνει.

Είναι ένα τύμπανο αργό
που στραγγαλίζει μνήμες
πουλάει ρούχα μέθυσου
νεκρού από γεννητούρια
κι απ τη σωλήνα τη βαριά
σκέλια κουνάει σα φευγιά
βαμμένα απ’ τη μεριά του.

Παραμιλάει το θεριό
κουνά το χέρι σα στοιχειό
ακούει Gabor Szabo
κατούρημα ρίχνει λαμπρό
δίπλα απ’ το αρχαίο
κι από κωλάδικα αυγών
χαμένων πυροτεχνουργών
μαέστρος βγαίνει νέος.