Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Ο Μητσάρας και το ρήμα βασανίζομαι...

"Βασανίζομαι", λέει στο παγκάκι και βλέπω τον Μητσάρα να ουρλιάζει στη μέση του δρόμου. Το ρήμα βέβαια δεν είναι μόνο στο παγκάκι αλλά μια γαμημένη μόδα που της αρέσει το μπογιάτισμα και η τεχνητή τρέλα. Ο Μητσάρας απ' την άλλη είναι εκείνος που βρωμάει σκατό, κάτουρο και όλη αυτή τη βρωμισμένη βελάδα που μπορεί να ντύσει τη σάρκα του αντρός που κάποτε τό 'χασε και συνεχίζει με τα χαμένα του. Κοιμάται στα νερά, χέζει βρακιά, καπνίζει τις γόπες που πετάν τα πρεζάκια στην Πατησίων και καμιά φορά αν και σπάνια, θυμάται πως το ημερολόγιο έχει δυο άσους μαύρους, ένα μηδέν μηδενικό κι ένα διπλό στην αρχή του για να πάει το μέτρημα από την δίσεκτη χρονιά. "Βασανίζομαι" και προχωράω. Η παιδική χαρά κουνάει τα πόδια και το κορμί πηγαίνει. Δεν μιλάω για την παιδική ηλικία γιατί όλοι τα ρίχνουν στην παιδική ηλικία. Μιλάω για όταν τό 'χασε ο Μητσάρας, ο πρεζάκιας κι ένας αλκοολικός αλλά ποτέ μα ποτέ δεν θα το χάσει αυτός που γράφει παντού ότι "βασανίζεται". Είναι εύκολο βλέπεις, να βγεις στους δρόμους αλλά το δύσκολο είναι να συνεχίσεις σ' αυτούς. Να κοιμάσαι, να περιφέρεσαι, να πέφτεις και να σηκώνεσαι, να μην σε νοιάζει αν έχει μείον δυο ή δεκαδύο βαθμούς κάτω και άνω, να σταματάς μπροστά από μαγαζιά που κορίτσια κι αγόρια ψωνίζουν τα βρακιά τους, τις κρέμες τους, τα τσιγάρα τους κι εσύ να τό 'χεις χαμένο. Είναι φυσιολογικό να ουρλιάζεις γιατί δεν υπάρχει τίποτα δίπλα, παρά μονάχα οι εξωγήινοι του μυαλού σου και μια πυρκαγιά στο κάποτε σπίτι σου. Το μυαλό δεν λειτουργεί, αλλά και πάλι θα μου πείς ποιο μυαλό λειτουργεί; Αυτο που γράφει στον εαυτό του και το αφιερώνει στον εαυτό του; Αυτό που πληρώνει μακαρόνια σε κουζίνα που κοστίζει όσο δέκα πακέτα μακαρόνια; Αυτό που λαλεύει, ξοφλάει και ζει τις ώρες μέσα από τη ζωή κάποιου άλλου; Ο Μητσάρας δεν τα ξέρει αυτά, δεν θυμάται τίποτα απ' όλα αυτά, σαν τον αλκοολικό που κυνηγάει ένα μπουκάλι την επόμενη μέρα και προσπαθεί να βρει την πραγματικότητα της προηγούμενης. Δεν τον νοιάζει και πολύ. Δεν τον νοιάζει τίποτα. είναι τρελός λες εσύ...αλλά κάτσε και σκέψου αυτόν που γράφει πως "βασανίζεται", σε παγκάκια, τοίχους και τα ρέστα καθώς την άλλη μέρα παίρνει παγανιά όλα αυτά τα μέρη για να δει αν κάποιος άλλος "βασανίζεται" ή δεν "βασανίζεται" σαν αυτόν. Σκέψου ποιός είναι ο τρελός. Σκατά! Κάθομαι εδώ και κάμποση ώρα σ' ένα από αυτά τα γαμημένα παγκάκια που βασανίζουν μάλλον κάποιον που δεν βασανίζεται και το ρήμα και το σύνθημα έχουν γίνει για τα πανηγύρια. Μιλάω με τον Μητσάρα και όσοι μας κοιτάνε, αναρωτιούνται πως αντέχω την μπόχα του, τα σκατά, τα κατουρλιά κι όλη αυτή τη βρωμοκοπανημένη βελάδα που έχει για σάρκα. Εγώ ζέχνω χθεσινοβραδυνό πιοτό κι αυτός φρεσκορηγμένο κάτουρο. Οι άνθρωποι που περνάνε μπροστά μας, μου φαίνονται ακατανόητοι, το ίδιο και στον Μητσάρα που με ρωτάει αν έπαιξα ποτέ μπάλα στη ζωή μου σε μια φανταστική ομάδα που το μυαλό του έχει εφεύρει σε μια φανταστική χρονιά μιας φανταστικής ζωής που ποτέ δεν υπήρξε. Οι μπότες που φοράνε οι γυναίκες είναι για ταινία επιστημονικής φαντασίας μαζί με το τζιν σώβρακο στον κώλο τους. Ο Μητσάρας είναι ντυμένος καλά, βρωμάει λίγο αλλά είναι ντυμένος καλά. Καλύτερα απ' αυτές τις γυναίκες. Καθόμαστε στο ρήμα "βασανίζομαι" σ' αυτό το παγκάκι που του συζητάνε για την οικονομική κρίση, για τα φαρμακεία που κρατάνε ζωντανούς ανθρώπους και δεν έχουν πεθάνει, για ζευγάρια που όταν κάνουν έρωτα είναι πιο λογικά απ' τον Μητσάρα και πολλά άλλα πράγματα σ' αυτή τη ζωή. Ένας χοντρός, ένας θεόχοντρος τύπος που δεν βάζει το μυαλό σου πόσο μπορεί να φάει ένας άνθρωπος τόσο και να γίνει καντάρια αμέτρητα χοντρός, ανοίγει το μαγαζί του, φαίνεται τσακισμένος, διαλυμένος, η γυναίκα του, η κρίση, η ομάδα του που έχασε, ο γιος του που βγήκε κάτι άλλο, όλα μέσα στο μυαλό του μα όχι στο κορμί του. Στο κορμί του είναι τα σκατά, οι καβλωμένες που δεν γάμησε ποτέ και μια θέση με μια σκάφη από λουκάνικα να κατεβαίνουν στα κωλάντερά του. Ο Μητσάρας φεύγει, γιατί, δεν ξέρω, αλλά αυτός ξέρει για πιο λόγο πρέπει να φύγει κι εγώ πρέπει να μπω στο μαγαζί που ανοίγει ο χοντρός. Αυτός που γράφει παντού ότι "βασανίζεται" μάλλον δεν βασανίζεται αυτή τη στιγμή. Ο χοντρός μου δείνει τα κλειδιά γιατί παλεύει να σκύψει. Σκέψου γιατί παλεύουν κάποιοι άνθρωποι. Ο Μητσάρας ευωδιάζει σκατωμένη σάρκα το μισό συρφετό της ανθρωπότητας, δεν παλεύει και δεν βασανίζεται. Δεν το ξέρει αλλά και να το 'ξερε ποτέ δεν θα το γραφε κάπου. Ένας καφετζής άλλάζει το πάτωμα στο μαγαζί του 'κείνη την ώρα κι ο περιπτεράς που του αρέσει να γαμάει τους άλλους με την ομάδα του, καλύπτει την κάβλα του καθώς διαβάζει την αγαπημένη του εφημερίδα και βλέπει την κατά είκοσι χρόνια νεαρότερη υπάλληλο του δίπλα μαγαζιού να του λέει "καλημέρα". Ο Μητσάρας περπατάει και ουρλιάζει, εγω βασανίζομαι, αυτός βασανίζεται, ο άλλος βασανίζεται, εκείνος κι εκείνη βασανίζονται, όλοι βασανίζονται, μόνο ο Μητσάρας που λένε πως τα χει χαμένα δεν βασανίζεται. Προχωράει, ουρλιάζει, σηκώνει τα χέρια σαν μαέστρος, καπνίζει γόπες, βρωμάει όλα αυτά που τραβάνε τα καζανάκια μας και πάει σ' ενα δρόμο που το κρύο, η λίγδα, η τρέλα και ο χρόνος κοιτάνε τέσσερα νούμερα και μια ζωή μέσα από κάτι πέτρες, τσιμέντο και νερό που βαστάνε τα πόδια μας από τη μία ζωή στην άλλη.