Κυριακή, 12 Σεπτεμβρίου 2010

Αν πιστεύεις στον πάτο, τότε μάθε να μπουσουλάς


Γαμημένοι έρωτες που έρχονται πάντα στη λάθος στροφή, αναθεματισμένα σκιάχτρα τις νύχτες όπου οι κατσαρίδες σουλατσάρουν στ’ άπλυτα σεντόνια, διαλυμένες καρδιές, δρόμοι γιομάτοι σκόνη, αντίο, εκατό χτυπήματα, εκατό ίδιες φορές, επί πέντε όλα αυτά και γράφτα σε χιλιόμετρα στο δρόμο που οδηγάει το δρόμο. Μυαλά που δεν φεύγουν από σκοτάδια, λουόμενα «γειά», νερά παντού, στα μάτια, στο κορμί στη ψυχή, στ’ αρχίδια, στα τύμπανα της νύχτας και στο πιάνο που ανοίγει σαν μικρό τσίγκινο κουτί και σου σφάζει τα δάχτυλα. Το ξημέρωμα όταν σκουπιδιάρικο φωτίζει αλκοολικούς, τα πάντα που ξαπλώνουν και σέρνονται ακόμα πιο χαμηλά, η αποξένωση, το ναυάγιο, τα ποιήματα και ο ψίθυρος γυναίκας καβλωμένης στο ακουστικό από την άλλη πλευρά του κόσμου. Τηλέφωνα που δεν χτυπάνε, η μπίλια στο μαύρο, το χαρτί στο μπαστούνι, το σφάξιμο στο ποδάρι, η μπουρδελιάρα σκιά που κοροϊδεύει το κορμί και η πουτάνα που γίνεσαι όταν η θλίψη χασκογελάει μαζί σου. Οι αϋπνίες και το ξύδι, η Μαρία η και χαριτωμένη, το τρέμουλο στο χέρι μεσημέρι που θες να ξεράσεις την ανθρωπότητα σε λεωφορείο με πεθαμένες ψυχές. Οι φωτογραφίες του αλαφιασμού, οι πνεύμονες που βήχουν αγάπη, το ποτέ, η έννοια του ποτέ, η ελπίδα στα μάτια ενός αδέσποτου κωλόσκυλου στο δρόμο, η βροχή στην αυλή και η βροχή στα κουρέλια. Το χαμόγελο όταν όλα πάνε κατά διαόλου, η τελευταία νυκτωδία, η πόλη τον χειμώνα και τα μάτια τα κατάμαυρα όταν η ρόδα σφυράει θάνατο. Τα καμένα δάχτυλα, ο πόνος που προκαλεί ο πόνος σου, η ψόφια παρακμή διαφημιζόμενη και το εμπόριό της. Οι κυνηγοί του βραδιού, οι τρελοί της νύχτας, οι καλύτεροι τρελοί της μέρας, οι γαμημένοι άντρες που το πάνε μέχρι τέλους, το ρήμα «ξαφρίζω», τα χαμένα σαββατοκύριακα, οι θάλασσες που δεν σου λένε τίποτα, η φύση που χορταριάζει το μυαλό και ξεγελάει το σώμα, τα ηλίθια αστεία, τα παπούτσια που σε κρατάνε άλλο ένα χιλιόμετρο, η βότκα, το κρασί, το ουίσκι, οι μπύρες, οι αναστεναγμοί, τα σβησμένα φώτα, τα ψέματα και τα καινούργια που θα καούν και θα γίνουν παλιά. Οι μπελάδες, τα σκισίματα των χαρτιών, ο ήχος αυτών, τα συρτάρια γεμάτα αηδίες ερωτικές, η πίσσα στο πάτωμα, το σπέρμα στο πάτωμα, ο εραστής στη στέγη και η ερωμένη για ύπνο. Τα υπόλοιπα που δεν θα ‘ρθουν, η άλλη μια μέρα, ο άλλος επόμενος χρόνος, το βαθύ φιλί και ο φόβος κάτω απ’ τα σκεπάσματα μέχρι να διαλυθεί η κουβέρτα από κατουρημένα πόδια. Παρέλαση ερωτευμένων, κιθάρες στους δρόμους, βυζιά ιδρωμένα, ευγενικοί άγγελοι στα τρένα, περίμενε και στάσου, καπνισμένες αηδίες που βγάζουν παλτό, τρίβουν τις λάμπες, προσκαλούν κομμάτια και βλέπουν σε βίντεο πεθαμένα πράγματα μιας ζωής που δεν υπήρξε ποτές. Τίποτα δεν μένει, τίποτα δεν ακολουθεί, ο κόσμος δεν έβλεπε ποτέ, ο κόσμος δεν θα δει και τώρα, ένα τραπεζομάχαιρο θα σκάσει στη σκιά κι όταν οι πάντες βγουν στους δρόμους, τα αρχίδια, το μουνί, οι κώλοι και τα σινάφια τους θα ‘ναι για πάντα σφαγμένα στο καλό.


σκίτσο: Στέλιος Χέλμης