Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2010

365°...του Βάιου Καλογριά


Όταν φύγουμε προφυλαγμένοι
Από το όμορφο, οι ορίζοντες
Διακεκομμένοι
Θα ταχτούν υπέρ της ήττας
Ανεβαίνουνε στα ψηλότερα κλαδιά
Με την υπόνοια
Πως εκείνη η τρομαχτική αναλαμπή
Θα εξακολουθεί να τραγουδά
Απαλλαγμένη από τις ανούσιες παρέες
Των φαντασμάτων
Κάθονται δίπλα και ξεφυλλίζουν
Εφημερίδες κυριακάτικες
Συννεφιάζοντας απότομα τη διασωθείσα
Λιακάδα της μελαγχολικής αργίας
Πραγματικά
Αντιγράφεται μια συμπεριφορά
Της σχέσης διαβόλου με λιβάνι;
Και βήχει, με πόνο
Στους πνεύμονες
Δεν μεγάλωσε ποτέ το συν
Όλα τα αρνητικά σωρεύονται
Ένα ψηφιδωτό έργο τέχνης
Στα διαλείμματα
Γαργαλάει το αυτί τρυφερά
Μετά από όλες τις καταστάσεις που συλλέχθηκαν
Από τις καμπάνες του ωροδείκτη
Κάθε δευτερόλεπτο πυροβολισμός
Και δώδεκα εκρήξεις
Άνευ κορύφωσης
Ο εθισμένος αγκάλιασε
Το σώμα της Μέδουσας
Κι εκείνη σφιχτά
Ανταπέδωσε χώνοντας τις πέντε βελόνες των δακτύλων της
Ταυτόχρονα
Τον πότισε με το ερωτικό της φίλτρο
Και τον χαλιναγώγησε, όπως είθισται
Δια μορφή νυστέρι
Κι αναζητάς ακατάπαυστα να στρίψεις
Το νόμισμα για να γυρίσει πέφτοντας στην πλευρά του αύριο
Σήμερα τελευταία φορά
Χαμογελάς πικρά που η τύχη δεν στάθηκε στο μέρος σου
Κι έχεις μια δικαιολογία, πιο ισχυρή κι από το τζόγο
Ιλαρό αντικείμενο
Φθινοπώριασε και το κρύο είναι πολικό
Πληγώνει τις αρθρώσεις μου
Και στον ιδρώτα μου κολλάν τα ρούχα μου μήνες άπλυτα
Δεν αισθάνομαι δεν έχω αισθήσεις
Τις μοίρασα ή χάθηκαν με κάθε μικροποσότητα
Που με διεγείρει και με ωθεί στο κοίλο λήθαργο
Στα πιο ανεξερεύνητα υποχθόνια υποστρώματα
Κυρία των δυνάμεων
Σιωπηλή διοικήτρια
Πασάλειψες ό,τι έμεινε από το πρόσωπο
Με κάρβουνα σβησμένα
Μην τολμήσεις Μην
Την τυραννία σου να μου στείλεις πάλι
Κάθε στιγμή θα τρέχω εγώ κοντά σου
Τόσα κοινά που έχουμε
π.χ. τον εαυτό μου
Κι αυτό το ξέρω όπως μαραίνομαι
Σαν γιορτινό τραπέζι
Σαν οικογενειακή φωτογραφία, μετά από 80 χρόνια
Μου μιλάς με τα φρικτά σου λόγια
Κι ερεθίζομαι,
Μεταναστεύω ανεβοκατεβαίνοντας
Σ’ ένα αλογάκι πορσελάνινο που
Περιστρέφεται και με ζαλίζει
Με τα γλυκά του χρώματα
Τα άκαμπτα πέταλα του
Και τη μακάβρια μουσική
Απ’ το χλιμίντρισμα του
Μια σειρήνα δεκτική
Με πολυφωνική ωδή
χαααααααααααααααωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωωω
Στεγνή πανούκλα
Κοιμήσου στο κρεβάτι του νεκρόφιλου
Πώς να του αντισταθείς
Ακούς, βλέπεις
Μα δεν αισθάνεσαι
Εσένα το Βασίλειο σου σ’ αποφεύγει
Όπως ο σατανάς το λάβδανο
Τρωτά στο σύνολο τους
Τα σημεία της καθαίρεσης
Τόσες εκλάμψεις
Κι ο αντίλαλος τους διαβαθμίζεται
Ικετευτικός κι επώδυνος
Ο τοίχος δεν ακολουθεί τις κόρες σου
Όπως ο κάθε ανώμαλος
Η κάθε μια που δραπετεύει
Από το στρόβιλο των σκουπιδιών
και των κίτρινων φύλλων
στο διάδρομο, στους φράχτες, στα χόρτα στα παγκάκια
σε ένα δίσκο ισορροπώ
ή δισκίο
μονό ένα τί να σου κάνει
τα πάντα αν είναι εσύ
που κύλησες
σε μια κούρσα ταχύτητας
τί κυνηγάς
ή σε κυνήγησε ο πόθος μου
ο διεισδυτικός
σε κατακρεούργησε συνειδησιακά
πως θα αντιμετώπιζες μια επίσκεψη
των δρόμων μου έξω από την κλειδωμένη
πόρτα σου
μια πρωινή αναφορά
προτού προλάβεις να πλυθείς
απ τ’ όνειρα σου
ν’ ανταλλάξουμε
έφερα αυτά που φαίνεσαι
πιο απλή κι ευδιάκριτη
λιγότερο από κλάσμα δευτερολέπτου
τα πάγωσα και τα έτηξα
ρευστά να στάζουν πάνω
απ’ το κεφάλι μου
σταγόνες Φανέρωσης
κάτω απ’ το κομοδίνο σου
μαζί με όλες τις αφίσες
των ωραίων
και τον γοητευμένων
τοποθέτησα ένα φυτίλι
και λόγω τιμής θα στο ανάψω
πρώτος εγώ
γιατί αν είναι να μην υπάρχω
προτιμώ να εκραγώ
με τον τρόπο που αγαπώ
παίζοντας μουσική
όπως κομματιάζομαι
στον ορίζοντα
χαμένος στη σκέψη σου
μια αμυδρή ανάμνηση
ένα γνωστό
μοτίβο λέξεων ασυνάρτητων
και πολυδιάστατων
στο χέρι σου σωριάζουν τη
νύχτα περιδέραιο
στα πόδια σου οι μέρες
χαλιά πορφυρά
και κάθε εύνοια
όλων των χρόνων σου
αδέκαστη υπόσχεση

«Σταμάτα πια!»