Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

«Ποίηση και Ιστορία», Εισαγωγικό κείμενο του Οκτάβιο Παζ από την Ανθολογία Μεξικανικής Ποίησης, (Thames & Hudson, 1959)

Κάθε ποίημα είναι μια προσπάθεια συμφιλίωσης της ιστορίας με την ποίηση προς όφελος της δεύτερης. Ο ποιητής προσπαθεί να αποφύγει την τυραννία της ιστορίας ακόμη κι όταν αναγνωρίζει τον εαυτό του στην κοινωνία στην οποία ζει, ακόμη κι όταν συμμετέχει σε ό,τι αποκαλείται «συγχρονικότητα της εποχής» - μια ακραία στάση που γίνεται ολοένα και λιγότερο κατανοητή στον σύγχρονο κόσμο. Όλα τα μεγάλα ποιητικά πειράματα – απ’ τη μαγική φόρμουλα και το επικό ποίημα μέχρι την αυτόματη γραφή – αξιώνουν τη χρήση του ποιήματος ωσάν ένα χωνευτήρι για την ιστορία και την ποίηση, για το γεγονός και τον μύθο, για την καθομιλουμένη (γλώσσα) και τη φαντασία, για τον εορτασμό και την ημερομηνία που δε μπορεί να επαναληφθεί, ημερομηνία που είναι ζωντανή και τροφοδοτείται με μια μυστική γονιμότητα, η οποία με τη σειρά της συνεχίζει εξακολουθητικά να εγκαινιάζει μια νέα περίοδο. Η φύση του ποιήματος είναι ανάλογη μ’ αυτήν της Φιέστας, η οποία εκτός από μια απλή αναφορά στο ημερολόγιο, αποτελεί επίσης ένα ρήγμα στην ακολουθία του χρόνου καθώς και μια εισβολή του Ενεστώτα που επιστρέφει περιοδικά δίχως χθες και δίχως αύριο. Κάθε ποίημα είναι μια Φιέστα, ένα ίζημα γνήσιου χρόνου.
  Η σχέση μεταξύ ανθρώπου και ιστορίας είναι σχέση σκλαβιάς και εξάρτησης. Γιατί, εάν είμαστε οι μόνοι πρωταγωνιστές της ιστορίας, είμαστε επίσης το ακατέργαστό της υλικό αλλά και τα θύματά της: η ιστορία μπορεί να εκπληρωθεί μόνο διαμέσου της δικιάς μας ανάλωσης. Η ποίηση μεταποιεί ριζικά τη σχέση αυτή – μπορεί να βρει την ολοκλήρωσή της μόνο μέσα απ’ την ανάλωση της ιστορίας. Όλα τα προϊόντας της – ο ήρωας, ο δολοφόνος, ο εραστής, η αλληγορία, η αποσπασματική επιγραφή, το ρεφραίν, ο όρκος, ο ακούσιος θαυμασμός στα χείλη του παιδιού που παίζει, ο καταδικασμένος εγκληματίας, το κορίτσι που κάνει έρωτα για πρώτη φορά, η φράση που αντέχει στον άνεμο, το κομματάκι κλάματος -  όλα αυτά, μαζί με τον αρχαϊσμό, το νεολογισμό και την αναφορά δεν πρόκειται εξ ορισμού τους να αφεθούν να πεθάνουν ή να στηθούν στον τοίχο. Είναι καμωμένα με τρόπο που αποσκοπούν να φτάσουν μέχρι το τέλος, υπάρχοντας ως τέτοια, στο έπακρον. Απεγκλωβίζουν τον εαυτό τους τόσο απ’ την αιτία όσο κι απ’ το αποτέλεσμα. Περιμένουν το ποίημα να τα γλιτώσει και να τα κάνει ό,τι είναι. Δε μπορεί λοιπόν να υπάρξει ποίηση δίχως ιστορία, αλλά η ποίηση δεν έχει άλλη αποστολή απ’ το να μεταποιήσει την ιστορία. (Και) συνεπώς, η μοναδική πραγματική επαναστατική ποίηση είναι η αποκαλυπτική ποίηση.
  Η ποίηση είναι καμωμένη απ’ το επουσιώδες που βρίσκεται στα σπλάχνα της ιστορίας και της κοινωνίας – απ’ τη γλώσσα, δηλαδή. Επιδιώκει όμως να την επανα-δημιουργήσει σε συσχέτιση με νόμους πέρα απ’ αυτούς που κυριαρχούν τον διάλογο και τη λογική ομιλία. Αυτή η ποιητική μετάλλαξη εμφανίζεται στις ενδότερες κοιλότητες της γλώσσας. Η φράση – και όχι η απομονωμένη λέξη – είναι το κύτταρο, ο πυρήνας, το απλούστερο στοιχείο της γλώσσας. Η λέξη δε μπορεί να υπάρξει παρά μόνο με την ύπαρξη άλλων λέξεων και η φράση με την ύπαρξη άλλων φράσεων.
  Κι αυτό, για να πούμε πως, κάθε πρόταση εμπεριέχει πάντα μια υπονοούμενη αναφορά σε κάποια άλλη και είναι αισθητά επηρεασμένη ως προς την επεξήγησή της από κάποια άλλη. Κάθε φράση είναι μια επιθυμία που θέλει να ειπωθεί, παραπέμποντας ρητά σε κάτι πέρα απ’ αυτήν την ίδια. Η γλώσσα είναι ένας συνδυασμός κινητών και ανταλλάξιμων συμβόλων, το καθένα εκ των οποίων υποδεικνύει το τι συμβαίνει. Καθ’ αυτόν τον τρόπο, αμφότερα το νόημα και η επικοινωνία βασίζονται στην «πρόθεση» των λέξεων. Κι η ποίηση δεν τ’ αγγίζει παρά μόνο όταν αυτά μεταποιούνται σε ρυθμικές ενότητες ή σε εικόνες, παρά μόνο όταν στέκονται μόνες τους και είναι επαρκείς μες στον εαυτό τους. Ξαφνικά, οι λέξεις χάνουν την κινητικότητά τους. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να πεις ένα πράγμα στην πρόζα, υπάρχει μόνο ένας στην ποίηση. Η ποιητική λέξη, δεν έχει κανένα υποκατάστατο. Η ποιητική λέξη δεν είναι η επιθυμία να πεις κάτι, η ποιητική λέξη είναι κάτι οριστικά ειπωμένο. Ή αλλιώς, η ποιητική λέξη δεν είναι μια «οδός προς κάτι» μήτε κάτι που «λέγεται» για τούτο ή τ’ άλλο. Ο ποιητής δε μιλάει για τη φρίκη ή για τον έρωτα, ο ποιητής τα δείχνει. Οριστικές και αναντικατάστατες, οι λέξεις της ποίησης, πέρα απ’ τους δικούς τους όρους, γίνονται ανεξήγητες. Το νόημά τους δε βρίσκεται πλέον πέρα από αυτές, αλλά μέσα σε αυτές – η εικόνα είναι «μέσα» στο νόημα.
  Η ορθή λειτουργία της ποιητικής εικόνας είναι να επιλύσει μέσα σε μία ενότητα πραγματικότητες οι οποίες μας παρουσιάζονται ως συγκρουόμενες και αδύνατες προς απλοποίηση. Η διαδικασία αυτή λαμβάνει χώρα δίχως να αφαιρεί ή να θυσιάζει τις συγκρούσεις και τους ανταγωνισμούς μεταξύ των οντοτήτων τις οποίες επικαλείται και επανα-δημιουργεί. Να γιατί η ποιητική εικόνα είναι ανεξήγητη με την αυστηρή έννοια του όρου. Τώρα, η ποιητική γλώσσα συμμετέχει στην ασάφεια με την οποία η πραγματικότητα αποκαλύπτει τον εαυτό της σε μας. Μεταστοιχειώνοντας τη γλώσσα, η εικόνα όχι μόνο ανοίγει την πόρτα στην πραγματικότητα, αλλά την αφήνει συνάμα γυμνή δείχνοντας μας την στην τελική της ενότητα. Η φράση γίνεται εικόνα. Το ποίημα είναι μια και μοναδική εικόνα ή ένας αδιάσπαστο κι αδιαίρετο σύνολο εικόνων. Το κενό που μένει με την εξαφάνιση απ’ ό,τι αποκαλούμε πραγματικότητα γεμίζει πλέον μ’ ένα πλήθος ετερογενών ή αντικρουόμενων οραμάτων, επιδιώκοντας αναπόφευκτα να μετατρέψει την ασυμφωνία τους σ’ ένα ηλιακό σύστημα νύξεων κι υπαινιγμών – να μετατρέψει την ασυμφωνία τους σε ποίημα:  σ’ ένα σύμπαν από αδιαφάνεια, από φθαρτές λέξεις οι οποίες παρόλα αυτά μπορούν ακόμα να φωτιστούν και να καούν όταν βρεθούν τα χείλη που θα τις αγγίξουν. Σε ορισμένες περιπτώσεις, στα στόματα μερικών ομιλούντων, ο μύλος της φράσης γίνεται πηγή προφανών αληθειών των οποίων δεν απαιτείται η επίδειξη, το φανέρωμα. Έτσι λοιπόν, μεταφερόμαστε μες στην πληρότητα του χρόνου. Κι ο ποιητής, εκμεταλλευόμενος τη γλώσσα στο έπακρον, την ξεπερνάει. Δίνοντας έμφαση στην ιστορία, την αφήνει γυμνή και την παρουσιάζει ως είναι, ως έχει – ως χρόνο.
  Όταν η ιστορία μας επιτρέπει να υποπτευόμαστε πως ίσως δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια αλλόκοτη διαδικασία, δίχως νόημα και δίχως τέλος, η αμφισημία της γλώσσας γίνεται πιο χαρακτηριστική και αποτρέπει κάθε γνήσιο διάλογο. Οι λέξεις χάνουν το νόημά τους  και συνεπώς τη δύναμή τους να επικοινωνήσουν. Άλλωστε, η υποβάθμιση της ιστορίας σε μια μόνο ακολουθία γεγονότων σημαίνει επίσης την υποβάθμιση της γλώσσας σε μια απλή συλλογή άψυχων συμβόλων. Όλοι οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τις ίδιες λέξεις. Κι όμως, ο ένας δεν κατανοεί τον άλλον. Κι είναι άχρηστο για τους ανθρώπους να προσπαθούν να φτάσουν ένα επιχείρημα με τα νοήματα των λέξεων. Η γλώσσα δεν είναι μια σύμβαση αλλά μια διάσταση απ’ την οποία ο άνθρωπος δε μπορεί να ξεφύγει. Κάθε λεκτική περιπέτεια είναι καθολική - κι ο άνθρωπος διακυβεύει όλο του τον εαυτό μα και τη ζωή του σε μια λέξη. Ο ποιητής είναι ένας άνθρωπος που όλο του το είναι γίνεται ένα με τις λέξεις. Κατ’ επέκταση, μόνο ο ποιητής μπορεί να καταστήσει εφικτό ένα καινούργιο διάλογο. Η μοίρα του ποιητή, ειδικά σε μια περίοδο σαν και τη δικιά μας, είναι να «δίνει πιο αγνό, πιο γνήσιο νόημα στις λέξεις της φυλής»*. Αυτό υπονοεί πως οι λέξεις είναι ξεριζωμένες απ’ την κοινή γλώσσα και έρχονται στη ζωή μέσα απ’ το ποίημα. Κι έτσι, ό,τι αποκαλείται ερμητισμός της μοντέρνας ποίησης, ανθεί ακριβώς από τούτο το γεγονός. Μα οι λέξεις είναι αδιάσπαστες απ’ τον άνθρωπο. Κατά συνέπεια, η ποιητική δραστηριότητα δε μπορεί να λάβει χώρα έξω από τον ποιητή, απλά και μόνο μέσα στο μαγικό αντικείμενο που αναπαρίσταται μέσω αυτού στο ποίημα - αλλά μάλλον θέτει τον άνθρωπο ως το κέντρο της εμπειρίας του (ποιήματος). Τα αντίθετα συγχωνεύονται και μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο, όχι μόνο μέσα στο ποίημα. Οι δυο τους, ποίημα και άνθρωπος, είναι αδιάσπαστα. Τα ποιήματα του Ρεμπώ, είναι ο ίδιος ο Ρεμπώ, ο έφηβος περιτριγυρισμένος από απαστράπτουσες βλασφημίες, παρ’ όλες τις προσπάθειες μετατροπής του σ’ ένα είδος θηρίου πάνω στο οποίο η λέξη πεθαίνει. Όχι, ο ποιητής κι οι λέξεις του είναι ένα. Τέτοιο ήταν καθ’όλη τη διάρκεια των προηγούμενων εκατό χρόνων το μότο των σπουδαιότερων ποιητών του πολιτισμού μας. Κι ούτε το νόημα του τελευταίου κινήματος του αιώνα – του σουρεαλισμού – διαφέρει απ’ αυτό. Η μεγαλειότητα των προσπαθειών αυτών – στις οποίες κανένας ποιητής που κατέχει τα εύσημα του ονόματός του δεν είναι αδιάφορος – βρίσκεται στην προσπάθεια να καταστραφεί μια για πάντα και μέσα σε απόγνωση ο δυϊσμός που θέλει τους δυο να κρατιούνται χώρια. Η ποίηση πηδάει μες στο άγνωστο, αλλιώς δεν είναι τίποτα.
  Με τις υπάρχουσες συνθήκες, η όποια αναφορά στα υπερβολικά αξιώματα της ποίησης μπορεί να μοιάζει γελοία. Μα ποτέ πιο πριν η κυριαρχία της ιστορίας δεν ήταν τόσο σπουδαία όσο τώρα. Ποτέ πιο πριν η ποίηση των «γεγονότων» δεν ήταν τόσο αποπνικτική. Σε αναλογία προς την τυραννία του «τι να κάνω μετά» η οποία γίνεται ολοένα και πιο ανυπόφορη – μιας και η συγκατάθεσή μας δε ρωτήθηκε για το ποιείν και μιας και είναι σχεδόν πάντα κατευθυνόμενη προς την καταστροφή του ανθρώπου - έτσι και η ποιητική δραστηριότητα γίνεται ολοένα και πιο μυστική, απομονωμένη και σπάνια. Μόνο χθες, το να γράψει κανείς ένα ποίημα ή το να ερωτευτεί ήταν κάτι ανατρεπτικό που συμβιβαζόταν στους όρους της κοινωνικής τάξης, επιδεικνύοντας ένα διπλό χαρακτήρα. Σήμερα, η σημασία της τάξης έχει εξαφανιστεί και στη θέση της επικρατεί ένας συνδυασμός δυνάμεων, συνόλων και αντιστάσεων. Η πραγματικότητα παραγκώνισε τις μεταμφιέσεις της κι η κοινωνία φαίνεται πια ως έχει: μια ετερογενής συλλογή από «ομογενοποιημένα» πράγματα που επήλθαν είτε δια ροπάλου είτε  μέσω της προπαγάνδας, κατευθυνόμενη από ομάδες διακριτές μεταξύ τους μονάχα από το βαθμό της αγριότητάς τους. Μ’ αυτές τις συνθήκες, η ποιητική δημιουργία κρύβεται. Εάν ένα ποίημα είναι μια Φιέστα, είναι ένα που κρατιέται εκτός εποχής, σε ασυνήθη μέρη, μια υπόγεια γιορτή εν τέλει.
  Μα η ποιητική δραστηριότητα επανεφευρίσκει όλες τις αρχαίες ανατρεπτικές της δυνάμεις μ’ αυτή τη μυστικότητα, γονιμοποιημένη από ερωτισμό κι αποκρυφισμό, μια δοκιμασία απαγόρευσης όχι λιγότερο καταδικαστική για το να μην είναι ρητά διατυπωμένη. Η ποίηση, που χθες απαιτείτο να αναπνεύσει τον καθαρό αέρα της παγκόσμιας κοινωνίας, συνεχίζει να είναι ένας εξορκισμός για την προστασία μας από τη μαγεία της δύναμης και των αριθμών. Έχει λεχθεί πως η ποίηση είναι ένα από τα μέσα διαμέσου των οποίων ο σύγχρονος άνθρωπος μπορεί να πει OXI σε όλες αυτές τις δυνάμεις που όχι μόνο ικανοποιούνται προδιαθέτοντας τις ζωές μας αλλά που θέλουν συνάμα να θέσουν κανόνες στις συνειδήσεις μας. Η άρνηση όμως αυτή, κουβαλάει μέσα της κι ένα ΝAI το οποίο είναι μεγαλύτερο κι απ’ την ίδια.

*Αναφορά σε στίχο του ποιήματος «Ο τάφος του Έντγκαρ Πόε» του Στεφάν Μαλαρμέ (1876).

Μετάφραση: Γιώτα Παναγιώτου


Το κείμενο διαβάστηκε ως εισαγωγικό για την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης που οργάνωσε φέτος το Straw Dogs στο καφενείο πρόζακ στην Λευκωσία.