Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Λάζαρος Ανδρέου / Μη μνήσθητί μου, Κύριε

Άγιος ο Θεός. Άγιος ισχυρός και μακάριοι οι ανίσχυροι και μη άγιοι, ότι αυτοί ελεηθήσονται, αυτοί θα ευλογηθούν, δεν μπορεί, γιατί το δίκιο κι η περιουσία του απλώνουν ρίζες και θα ξηλώσουν την άδικη ισορροπία του κόσμου: τη φτώχεια, τον πόνο και κάθε ακρογιάλι που ταπεινώνει τη θάλασσα.
Και πεντακόσια Χριστούγεννα και Πάσχα θα αλητεύουν στους δρόμους κάθε νύχτα και σαν κομήτες τα όνειρα θα σκίζουν το ψέμα του ουρανού και του παραπόνου.

Μη μνήσθητί μου, Κύριε, να με αφήσεις ήσυχο γιατί δε μου σκούπισες ούτε μια φορά τον ιδρώτα. Δε μου χάρισες ούτε δυο ξεκούραστες μνήμες μόνο βλάβες, ρωγμές και θρύψαλα. Τον εαυτό Σου όμως τον λυπήθηκες και είπες: «απελθέτω το ποτήριον τούτο» γιατί είχες μέσον στα γραφεία τα’ ουρανού.
Να μ’ αφήσεις λοιπόν ήσυχο, να απλώσω τη γαλήνη για σεντόνι στο κρεβάτι μου, να κόψω το ψωμί στο τραπέζι μου και να ‘χω τη ρυτίδα του έρωτα στο μέτωπό μου, για να με σέβεσαι και να με ντρέπεσαι.

Γιατί Εσύ με κατάντησες μισοτελειωμένο Σάββατο που δεν αξιώθηκε την Κυριακή του και καμπουριάζω σε λαϊκή συνοικία, φορτωμένη λυγμούς και «γιατί» και με το πένθος του σκοτωμένου αύριο στο μανίκι ενός χεριού, που κατάντησε να μη γράφει ποιήματα, παρά να γίνεται γροθιά, ενάντια σ’ έναν Θεό που δεν ντρέπεται και ασελγεί, σε βάρος της αντοχής των ψυχών, του μυαλού και της σάρκας.

Μη μνήσθητί μου, Κύριε, κι ευλογημένες οι καρδιές που σιγοκλαίνε.  



Μέσα από παλαιό τεύχος του περιοδικού «Εντευκτήριο»
Φώτο: Ο Λάζαρος Ανδρέου στη παράσταση 
«Το αμάρτημα της μητρός μου» του Γεωργίου Βιζυηνού