Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

Γιώργος Σεφέρης / Έξι νύχτες στην Ακρόπολη (απόσπασμα)

Ο Στράτης αποκρίθηκε λαχανιασμένος:

Ήταν Ιούλιος δύο ώρες μεσημέρι· έκαιγε η ζέστη, τα πόδια κολλούσαν στην άσφαλτο, τα ρούχα στο κορμί, το κορμί στην ψυχή που εξατμίζουνταν. Πήγαινα για τσιγάρα. Το κιόσκι σκεπασμένο πάνω ως κάτω με τα κιτρινισμένα φύλλα που διαφημίζουν τις γύμνιες κάθε δυτικής χώρας. Άντρες τριγύριζαν με πρόσωπα αλειμμένα υδράργυρο και μαύρο βερνίκι, γυναίκες με μπράτσα γυμνά, από τη ρίζα ως τα νύχια επισημασμένα από τα συστηματικά έντομα του κρεβατιού. Τι μού ’ρθε τότε να ζητήσω τη σχέση που είχαν μεταξύ τους αυτοί οι άντρες, αυτές οι γυναίκες, αυτός ο τόπος. Από τότες άρχισαν τα βάσανά μου. Γύρισα τους δρόμους, τα εστιατόρια, τα τραμ, τα συνοικιακά θέατρα, τους υπαίθριους κινηματογράφους, τον καραγκιόζη, τα καφενεδάκια όπου βολεύει κανείς την ανυπόφορη νύχτα μ’ ένα χωνί πασατέμπο… και πού δεν παραμόνεψα για να τους μάθω. Πιανόμουν από μια ματιά, από ένα σχήμα του χεριού, κυκλοφορούσα μέσα στον άνθρωπο κι έβγαινα στον αφρό εξαντλημένος σα να είχα ταξιδέψει μέσα σε δέντρο. Σκότωνα τα φαντάσματα που γεννούσα μόλις μια από τις πέντε μου αισθήσεις παραστρατούσε. Δοκίμαζα πάνω στον άνθρωπο τη πράξη της αναγωγής στο φυσικό του μέγεθος. Οι περισσότεροι μίκραιναν, μίκραιναν και στο τέλος φεύγαν μέσ’ απ’ τα δάχτυλά μου σαν κουνούπια. Άλλοι δεν έχαναν ούτε μια γραμμή από τον όγκο τους, μόνο…


Εκδόσεις: Ερμής, 1998