Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2014

Ωλιάννα του Γιώργου Μανάδη

Ωλιάννα με βάφτισαν. Δηλαδή κάπως έτσι. Διάφοροι το προφέρουν διάφορα. Το όνομά μου αυτό το ουγγρικό. Όταν τους πάω τον καφέ ή και το τσίπουρο. Αλλά δουλειά μου είναι να αφαιρώ πέτρες. Να τις στοιβάζω σε ντάνες.
Όταν πήραμε αυτό το κτήμα - το ίδιο φόρεμα φόραγα - ήτανε όλο πέτρα. Και ας στέκονταν όλοι οι αχαΐρευτοι πάνω μου κοιτώντας: «Πρέπει να μπει τρακτέρ εδώ μέσα, δεν γίνεται αλλιώς».
Κάθε πρωί στις 6 σηκωνόμουνα. Χώριζα το χωράφι σε τομείς και τους καθάριζα. Σ’ αυτά πιάνουν τα χέρια μου. Τις πέτρες είτε τις στοίβαζα σαν φρυκτωρίες είτε έχτιζα τον φράκτη τον εξωτερικό.
Και μόλις ο τοίχος ο εξωτερικός μεγάλωσε τόσο ώστε να κάθομαι και να διαβάζω στη σκιά και αφουγκραζόμουνα την αναμονή των πρώτων φυτών από το χώμα τότε μου δέσμευσε το κτήμα μου το γκουβέρνο. Παλιά εγώ τους ήξερα να χαρίζουνε γη. Τώρα την παίρνουνε.
Στο φωτογράφο που πήγα - με τ’ ίδιο φόρεμα, ένα έχω όλο και όλο - δεκαέξι φωτογραφίες βγάλε, για κάθε χρήση - για διαβατήριο ίσως για μετανάστευση. Και αν αποτύχαιναν όλα, πάντα θα μπορούσα να γίνω μάνα.