Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014

Σωτήρης Παστάκας / SARAJEVO

στη  Raffaella Marzano

Μια παύση σε ανοιχτό μικρόφωνο
μετά το «grazie» με πνιγμένη φωνή
τα μάτια βουρκωμένα,
γιατί ραγίζει κι η φωνή
γκρεμίζεται σαν γέφυρα.
Μια γέφυρα είναι η φωνή
που ενώνει τις δυο όχθες
του Μιλιάτσκα
να περπατάν πάνω της
οι άνθρωποι να συναντιόνται
να αγκαλιάζονται. Μια γέφυρα
να περπατάνε τα ποιήματα.
Ακούγεται ο πόλεμος
στη φωνή του Josip Osti,
οι οβίδες που σκάνε,
οι ριπές των καλάσνικοφ.
Την αγάπη, την ειρήνη
στη φωνή του Jack Hirschman,
την άφεση στους βασανιστές της
στη φωνή της Carmen Yanez,
το θανατηφόρο χιούμορ
των Σέρβων στα ανέκδοτα
του Sinan Gudjevic,
τη στιβαρότητα στη φωνή
του Tony Harisson
καθώς διηγείται
τις παραστάσεις του
στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου,
μπροστά στο μνημείο
της Αιώνιας Φλόγας
και τις εμπειρίες του
ως πολεμικός ανταποκριτής
απ΄ την πολιορκία του Σαράγεβο.
Γιατί η φωνή
που θα αξιωθεί το ποίημα
πρέπει να έχει δοκιμασθεί
σε όλες τις συνθήκες,
πρέπει να έχει βαδίσει
πάνω σε γέφυρες που ανατινάχθηκαν
για να καταφέρει να γίνει
γέφυρα η ίδια. Πρέπει
να έχει τραγουδήσει
όχι μόνο το Bella Ciao
αλλά κι όλα τα λαϊκά τραγούδια.
Πρέπει η φωνή
που θα πει κάποια μέρα
το Ποίημα
να έχει πει πολλά ανέκδοτα,
να έχει λύσει γλωσσοδέτες
non sense και calembaur.
Πριν την απαγγελία
Ο Τζακ Χίρσμαν μας διηγήθηκε
τον Οιδίποδα στη Νέα Υόρκη,
στο μοναδικό εστιατόριο
της Μπασάρτσια που σέρβιρε
ćevapčići μαζί μ’ ένα ποτήρι
κόκκινο κρασί
και μετά την απαγγελία
μας τραγούδησε την μπαλαλάϊκα
και «ποτάμι μέσα μου βαθύ»,
να τον έχουν αποκαλέσει
motherfucker οι ταξιτζήδες,
οι επιστήθιοι φίλοι
οι περιστασιακές ερωμένες
και οι επίσημες,
η ίδια του η μάνα.
Γιατί το ποίημα
είναι μια παρτίδα σκάκι
με τεράστια πιόνια
μέσα στον κόσμο,
έχει λέξεις στρατιώτες
και λέξεις λοχαγούς
πύργους ολόκορμους
κι ασχίνιαστα αλογάκια,
ποιήματα αρσενικά του βασιλιά
και θηλυκά της βασίλισσας.
Γιατί το ποίημα
έχει πάντα ένα απ’ τα δυο
χρώματα είναι ή πάντα μαύρο
ή πάντα άσπρο.
Τ’ αποτυχημένα μόνο
είναι σαν μια παρτίδα
σκάκι σε εξέλιξη,
άσπρα και μαύρα μαζί
τα μισοτελειωμένα
τ’ ανερμάτιστα
τα αρσενικοθήλυκα.
Αυτά που δεν περπάτησαν
ποτέ στους αντίποδες,
δεν στάθηκαν στα πόδια τους
γιατί η μετάφραση
είναι η ποδιά του καγκουρό
κι ό,τι γράφουμε πρέπει
να στέκεται σε όλες
τις γλώσσες του κόσμου,
πρέπει να περπατάει
σε όλους τους δρόμους
να μην φοβάται
τη φωταψία των λεωφόρων
ούτε τα σοκάκια των πρεζάκηδων,
να γίνεται ένας δρόμος
απλός και ήσυχος
σαν κι αυτόν που ήθελε
να τον βαφτίσουν με τ’ όνομά του
ο Ιζέτ Σαράϊλιτς,
ένας μικρός δρόμος
μες στο λαβύρινθο της πόλης.
Η μετάφραση του ποιήματος
είναι αυτή η μαρσιποφόρος
πίτα με τα κεμπάπια
και το κρεμμύδι στα σπλάχνα,
ένα ποτήρι ξινόγαλο,
αυτός ο ήλιος
που παίζει κρυφτούλι
με τα σύννεφα,
είναι η Ραφαέλα
που μας νεύει
απ’ το απέναντι τραπέζι,
είναι το χαμόγελο
του Eloy Santos,
το ραπ της Deborah Mayor,
η κατακόρυφη φαλάκρα
του ποιητή απ’ το Ντουμπρόβνικ,
η συστολή της Τουρκάλας
ποιήτριας, τα χαϊμαλιά
και τα ταγάρια της Aggie Falk,
το μάτι του φακού
του Mario Bova, το άγρυπνο
βλέμμα κι η έμφυτη ευγένεια
του Sergio Iagulli,  το μισοσβησμένο
πάθος στη φωνή της Maram al Masri
είναι όλες αυτές οι πέτρες
η μια δίπλα στην άλλη
που σχηματίζουν το πλακόστρωτο
της γέφυρας με τα ποιήματα
πάνω απ’ τον Μιλιάτσκα
αυτά τα δέκα χρόνια,
γιατί η ποίηση είναι πάντα
το στοίχημα του ενός
που καταφέρνει να κλέψει
απ’ το παράλογο
την αιτία της ύπαρξής του,
να το αφοπλίσει,
να μας το καταστήσει ανώδυνο.
Η ποίηση είναι πάντα
το τελειωτικό νοκ-άουτ
στην αφασία, το πένθος,
την αβουλία της μοίρας,
έχει τη σπασμένη μύτη
του Paul Polansky.
Όλοι οι ποιητές είναι μποξέρ
κι ας είναι λαπάδες
στην καθημερινή ζωή
κι ας μην ξέρουν να οδηγούν
να βάλουν μια λάμπα
ή να καρφώσουν ένα κάδρο
στον τοίχο κι ας τρέμουν
σαν τα φύλλα της σημύδας
στις ριπές των καλάσνικοφ,
γιατί οι ποιητές
αφήνουν να τους γλύφουν
όλες οι γλώσσες του κόσμου
ως το σημείο
που ο θάνατος να μην έχει
καμία εξουσία επάνω τους,
γιατί ο θάνατος
δεν έχει γέφυρες από λέξεις,
στις γέφυρές του
δεν περπατάνε ποιήματα.
Ο θάνατος είναι ένα ποτάμι
που το διασχίζουν
γκρεμισμένα γιοφύρια,
άκτιστες φωνές,
δεν έχει φωνήματα,
γερούνδια, ρήματα.
Ο θάνατος δεν έχει φωνή
σπίτια δρόμους πλατείες,
βιβλιοθήκες ο θάνατος
αυτή την πόλη που μας δόθηκε,
αγναντεύει ο θάνατος,
έτοιμος να τη γεμίσει γρασίδι
αναρριχώμενα, περικοκλάδες
να περπατάν τα σκουλήκια
ν’ ανεβαίνουν
με την κρυφή ελπίδα
πως θα βγάλουν φτερά.
Ένας λόφος ο θάνατος
από οστά που πρασίνισαν
η πόα της ουτοπίας,
δεν πρασινίζουν οι λέξεις
του Ιζέτ, που απ΄ τον τάφο του
εδώ πάνω τις σκορπίζει
κάθε μέρα στον ουρανό
του Σαράγεβο.


Το ποίημα Serajevo του Σωτήρη Παστάκα είναι μέσα από την ανέκδοτη ποιητική συλλογή «Τόποι Τόπι» που θα κυκλοφορήσει το Σεπτέμβρη. Η φωτογραφία που κοσμεί την ανάρτηση είναι της αμερικανίδας φωτογράφου Annie Leibovitze και ο τίτλος της είναι Serajevo. Το ποίημα δημοσιεύεται με την άδεια του Σωτήρη.