Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2013

Vic Chesnutt / The courage of the coward greater than all others*

Γεννημένος το 1964, υιοθετημένος. Μετακομίζει στην Georgia στα πέντε του και αποφασίζει πως αγαπημένο του τραγούδι είναι το Kaw-Liga του Hank Williams. Ξεκινά να γράφει τραγούδια, ο παππούς του έπαιζε κιθάρα κι έφτιαχνε κάντρι κομμάτια καθώς η γιαγιά του φτιασίδωνε τους στίχους. Αποφασίζει πως αγαπημένο του κομμάτι είναι και το Garden Party του Rickie Nelson. Ξεκινά να παίζει τρομπέτα στην ηλικία των εννιά, μέντοράς του ο Randy Edgar, αγαπημένα του τραγούδια τότε, το Night the lights went out in Georgia του Bobby Russell, το Delta Dawn τραγουδισμένο από το δεκατριάχρονο κορίτσι θαύμα, Tanya Tucker καθώς και το The Night Chicago died των Βρετανών Paper Lace. Στην ηλικία των δεκατριών έχει την ανάγκη ν’ ακούσει rock nroll. Κατεβαίνει στην πόλη με λίγα δολάρια στην τσέπη κι αγοράζει το Sgt. Peppers, μαζί μ’ αυτό κι ένα γιουκαλίλι. Ήταν δεκαπέντε. Μαθαίνει να παίζει τραγούδια των Beatles, του Leonard Cohen, του Bob Dylan. Ένα χρόνο αργότερα φυσά την τρομπέτα του σε μια μπάντα που παίζει μόνο διασκευές και όλοι είναι 15 χρόνια μεγαλύτεροί του. Το συγκρότημα λέγεται Sundance. Οι θετοί γονείς του τα Χριστούγεννα του 1980 του αγοράζουν μια κιθάρα για να λαγιάσουν τον πόνο του αφού είναι συγκλονισμένος από την δολοφονία του Lennon. Για πρώτη φορά τραγουδά πάνω στη σκηνή με τους Sundance και λέει το Whip It των Devo. Συνεχίζει να λυσσάει για την μουσική. Velvet Underground και King Crimson, στα ηχεία. Γράφει κασέτες με δικά του τραγούδια, στα δεκαεφτά του «συναντά» τον Johnny Cash, και λίγο πριν την αποφοίτησή του όλη την φουρνιά της punk: Jam, Clash, Sex Pistols κλπ. Στο κολέγιο παίζει κιθάρα σε μια μπάντα που λεγόντουσαν Random Factor και είναι support σε άλλα κολεγιακά συγκροτήματα. Απολύεται γιατί αρνείται να φορέσει ηλίθια πουκάμισα, ξεκινά καινούργιο συγκρότημα παίζοντας πλήκτρα αυτή τη φορά. Το 1982 βλέπει τους Public Image Ltd, τον βρίσκει το αναθεματισμένο αυτοκινητιστικό δυστύχημα και μένει ανάπηρος. Δεν θα μπορεί πια να παίξει κιθάρα ή τρομπέτα όπως του λένε οι γιατροί. Εκείνος καθηλωμένος γνωρίζει έναν ολόκληρο διαφορετικό κόσμο κατανόησης της μουσικής. Πουλάει την τρομπέτα και αγοράζει ένα synthesizer. Γράφει ανέστια και «άδεια» ποπ τραγούδια. Αρχίζει και πάλι μ’ ανείπωτο πείσμα να γρατζουνάει τις χορδές της κιθάρας του.
Αγοράζει  και καταβροχθίζει ολόκληρες βιβλιοθήκες μοντέρνας ποίησης καθώς και κλασσικά λογοτεχνικά έργα. Steve Smith, Wallace Stevens, Kafka, Τον Μεγάλο Gatsby του Fitzgerald, τον Φύλακα της Σίκαλης του Salinger και μια ζήση καινούργιας τέχνης μπαίνει μέσα του καθώς τα τραγούδια του λειτουργάνε σε μια ώριμη στροφή. Μετακομίζει στην Αθήνα της Georgia και συνεχίζει να διαβάζει ασταμάτητα λογοτεχνία. Πάνω στο από τότε δεύτερο σώμα του, το αναπηρικό καρότσι, μπαίνει για τα καλά σ’ έναν μποέμικο τρόπο ζωής. Μια βραδιά τραγουδά σ’ ένα πάρτι και η Deanna Varagona των Lambchop αφού τον ακούει του κλείνει για την επόμενη νύχτα να παίξει support. Πάνω στο αναπηρικό καροτσάκι και μόνος μπροστά απ’ το μικρόφωνο ανοίγει live για τοπικά συγκροτήματα. Αγαπημένη του μπάντα είναι οι Roches. Ταξιδεύει για πρώτη φορά στην Νέα Υόρκη. Χέρια και πόδια παραλύουν και μετά από άλλη μια εγχείρηση δεν μπορεί να παίξει κιθάρα. Έτσι του λένε τουλάχιστον οι γιατροί. Μαθαίνει ότι ο παππούς του πεθαίνει και συμμετέχει σε μια τοπική μπάντα που παίζει folkrock με το όνομα La-di-das ως φόρο τιμής. Ακούει Butthole Surfers, Husker Du και πάει λέγοντας, παρατάει τους La-di-das, την φολκ σκηνή της Georgia και την χορευτική κοινότητα. Γράφει το πρώτο του άλμπουμ με τίτλο «Little». Είναι το 1990 καθώς πεθαίνει ο πατέρας του και φεύγει για Καλιφόρνια. Συναντά τους Harry Dean Stanton, Victoria Williams, Giant Sand, Bob Neuwirth, Van Dyke Parks και άλλους. Παντρεύεται την για πάντα σύζυγό του και μπασίστρια των δίσκων του Tina Chesnutt. Πεθαίνει η γιαγιά του όπου και είναι αφιερωμένο ένα τραγούδι στον στερνό του δίσκο. Κάνει περιοδεία και ανοίγει τις συναυλίες του Bob Mould, δισκογραφεί το «West of Rome», συνεχίζει περιοδείες με την Victoria Williams ανοίγει τα live των ξεχασμένων Soul Asylum και των ξεθυμασμένων Goo Goo Dolls, ηχογραφεί το «Drunk» και πεθαίνει η μητέρα του. Μέσα σ’ έναν πανικό φτιάχνει τους «Brute» και γράφει μέσα στα χρόνια άλλους δυο δίσκους. Το Nine High a Pallet το 1995 και το Co-Balt εφτά χρόνια αργότερα. Όταν το ημερολόγιο μαρκάρει το 1995 κάνει έναν από τους καλύτερους δίσκους της καριέρας του. Το «Is the Actor Happy?» είναι ένα από τα πιο αδικημένα άλμπουμ εκείνης της χρονιάς. Νυστέρια και πάλι στο κορμί του, αφόρητοι πόνοι, πολλά χάπια, πολύ αλκοόλ, κατάθλιψη και δημιουργία, ο μόνος τρόπος να αντιμετωπίσει τα πάντα. Ευρωπαϊκή περιοδεία και βλέπει την Nina Simone ζωντανά, χαράζεται για πάντα μέσα του, συναντά την Joni Mitchell και νιώθει μια τεράστια γαλήνη. Κυκλοφορεί το «About to Choke» κι ένα χρόνο αργότερα τραγουδά με τον φίλο του Michael Stipe το συγκινητικό Injured Bird για το soundtrack της ταινίας «The End of Violence». Ακολουθεί ο έκτος προσωπικός του δίσκος «The Salesman and Bernadette». Συναντά τον ποιητή στιχουργό, φιλμογράφο και άλλα πολλά, Kevin Coyne. Παίζουν μαζί βραδιές ολόκληρες και στα εγκαίνια της περσινής δεκαετίας βγάζει το  «Merriment». Μια χρονιά αργότερα το «Left to his Own Devices» και αφού πρώτα έχει πει μερικά τραγούδια για το soundtrack της ταινίας του Gary Hawkins, The Rough South of Larry Brown. Ακολουθούν χρόνια άκρως δημιουργικά, κάνει τις παραγωγές στα δυο πρώτα άλμπουμ της ανιψιάς του Liz Durett, ενώ συνεργάζεται και με τον μεγάλο μουσικό παραγωγό Hal Wilner υπεύθυνο για πολλά tribute albums μεταξύ αυτών και το Rogues Gallery: Pirate Ballads, Sea Songs, and Chanteys. Συμμετέχει στο επετειακό live για τα Trinity Sessions των Cowboy Junkies τραγουδώντας το Postcard Blues, ηχογραφεί τα Silver Lake και Ghetto Bells και εμφανίζεται στο γνωστό σώου του Craig Kilborn για την τηλεόραση του CBS. Τα τελευταία χρόνια βγάζει τις καλύτερες δουλειές της ζωής του. Μέσα στο ρημαδιασμένο Hotel2Tango της constellation records και θρονιασμένος για πάντα στην μοίρα του αντάμα με τους Silver Mount Zion, κυκλοφορεί το North Star Deserter το 2007 και λίγους μήνες πριν κλείσει η χρονιά, η δεκαετία και η ζωή του βγάζει το στερνό «At the Cut» αφού πρώτα είχε προλάβει να τραγουδήσει ίσως τα καλύτερα τραγούδια του «Dark Night of the Soul» στο project πόνημα του Dangermouse….
Μια ζωή σακατεμένος, καρφωμένο το σώμα του, σε μια αναθεματισμένη αναπηρική καρέκλα, μ’ εκείνον να το βάζει πείσμα να ξαναπιάσει κιθάρα, να πει τα τραγούδια του, να δημιουργήσει αυτό που μόνον εκείνος ήξερε. Η Patti Smith ένα βράδυ βρέθηκε στο ίδιο δωμάτιο μαζί του. Είπε πως ήταν ένα παιδί κι ένας γέροντας την ίδια ακριβώς στιγμή, ένας άνθρωπος παρών και απών. Παραμονή Χριστουγέννων του 2009 έπεσε σε κώμα μετά από υπερβολική κατανάλωση μυοχαλαρωτικών χαπιών. Οι πόνοι στο κορμί του ήταν ανυπόφοροι. Άφησε ένα σημείωμα να καλέσουν την φίλη του Kristin Hersh. Εκείνη ανακοίνωσε την απόπειρα αυτοκτονίας. Την ημέρα των Χριστουγέννων ο Vic Chesnutt άφησε την τελευταία του πνοή σ’ ένα νοσοκομείο μην νιώθοντας πόνο πια. Ένα σημείωμά του έγραφε για την γυναίκα του:
Tina Chesnutt needs all the love you can send her right now…
Ήταν η τελεσφόρα απόπειρα μέσα σε μια σειρά προηγούμενων που είχαν αποτύχει.

Το κείμενο είχε πρωτοδημοσιευθεί τέσσερα χρόνια πριν και τρεις μέρες μετά το θάνατο του Chesnutt, στο μουσικό ιστολόγιο back to mono. Εδώ παρουσιάζεται με κάποιες μικροαλλαγές.

*Ο στίχος «The courage of the coward greater than all others» που τιτλοφορεί το αφιέρωμα ανοίγει το τραγούδι Coward από το «At the Cut». Ο Chesnutt δανείστηκε τα συγκεκριμένα λόγια από τον συγγραφέα Frank Norris και το βιβλίο του τελευταίου McTeague. Στο βίντεο από κάτω η εκτέλεση του τραγουδιού ενάμιση μήνα πριν φύγει.