Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2012

Slim Gaillard / Great – orooni…

Μπορεί τα περισσότερα βιογραφικά κιτάπια να γράφουν ότι γεννήθηκε στις τέσσερις του Γενάρη το 1916 στο Detroit αλλά ο ίδιος πιστεύει βαθιά, βαθύτατα πως ήταν η πρωτοχρονιά εκείνου του άσωτου έτους όπου η αφροκουβανέζα μητέρα του κι ο γερμανός  - ή μήπως τελικά έλληνας πατέρας του  - έβλεπαν να έρχεται σε τούτο τον κόσμο μια από τις μεγαλύτερες μορφές της bop and beat γενιάς του ’40 και του ’50. Όπως και να ‘χει ήτανε σίγουρα Γενάρης, ήτανε σίγουρα το 1916 κι εκείνος που ένιωσε το φως για πρώτη φορά στον άνεμο ήτανε σίγουρα ο Bulee Slim Gaillard. Πολύ πριν μεταμορφωθεί σε τραγουδιστή, αλλόκοτο συνθέτη – ερμηνευτή, πιανίστα, σαξοφωνίστα και πάνω απ’ όλα κιθαρίστα, πολύ πριν μάθει να μιλάει αραβικά, συριακά, βουλγάρικα, τούρκικα, αρμένικα, πορτογαλικά και άπταιστα παρακαλώ ελληνικά, πρόλαβε να δουλέψει ως επαγγελματίας μποξέρ, εργολάβος κηδειών, μάγειρας, πιλότος και οδηγός φορτηγού για την διακίνηση παράνομων ποτών. Ίσως για όλα αυτά να φταίει κι εκείνο το ταξίδι στην Κρήτη κατά τα παιδικά του χρόνια όταν κι ο πατέρας του -  που δούλευε ως ναυτικός - τον ξέχασε στο νησί και σάλπαρε κανονικά για τον υπόλοιπο πηγαιμό του. Όπως και να ‘χει ο μικρός Slim Gaillard κάποια στιγμή έγινε μεγάλος, έπαιξε δίπλα στους Charlie Parker και Dizzy Gillespie, έγραψε και τραγούδησε με τον δικό του μοναδικό τρόπο το «Yep Roc Heresay» που θεωρείτε κι ένα από τα πρώτα αραβικά jazz κομμάτια που έγιναν ποτέ, επινόησε δικούς του τρόπους παιξίματος κιθάρας, δικές του μοναδικές ερμηνευτικές ρούγες, έφτιαξε δικό του λεξιλόγιο κι ένα αλφαβητάρι - λεξικό ώστε να κατανοεί ο καθείς αυτά που έλεγε. Vout, Oroonie μίλαγε, και ένα σαρκαστικά εξωφρενικό χιούμορ διέσχιζε την κάθε μεταλλοκαπνισμένη υπόγα που κρεμούσε σε σκοινί από νότες τα τραγούδια του. Το 1945 ηχογραφεί το «Tee Say Malle» που στη ουσία είναι το γνωστό παραδοσιακό μικρασιάτικο «Τι σε μέλλει εσένανε» που τραγούδησε πρωτύτερα η αλησμόνητη Μαρίκα Παπαγκίκα και όλοι το ξέρετε από μεταγενέστερες εκτελέσεις. Να πέσει το βίντεο με το δισκάκι των 78 στροφών παρακαλώ κι από το κουαρτέτο του κυρίου Slim Gaillard!


Την εποχή όπου η πουριτανική μαμά Αμερική αναπνέει απ’ τα «υπόγεια» παιδιά της ο  Gaillard φυσικά και θα γίνει στόχος. Το κομμάτι του «Drei Six Cents» με τζαζ ρημαδοειδή λημέρια πολύ μπροστά απ’ την εποχή του θα γίνει η ακάθαρτη παντιέρα για την πτώση των ηθών της νεολαίας. Στις υποψιασμένες παρέες εκείνων των δεκαετιών ήταν ο τζαζίστας που όταν η ζωή έπαινε τα σοβαρά της ο Gaillard ήταν εκεί με τον κατάλληλο μουσικό αντιπερισπασμό, το χιούμορ στα υπνωτισμένα ραπίσματα της κιθάρας, τις ιστορίες που δεν τέλειωναν πάνω στη σκηνή ποτέ, στο δικό του γλωσσοπλαστικό λεξιλόγιο, στο κομμάτι του ανελκυστήρα που ανεβαίνει και γίνεται χορός από κοτόπουλο που τρέχει όταν μέσα από μια μειλίχια λίμνη εκρύγνηται ο καλύτερος δυναμίτης… πιστέψτε με δεν λέω παλαβομάρες απλά το μόνο που κάνω είναι να περιγράφω τα τραγούδια μέσα απ’ τους δικούς του τίτλους. Κάτι όμως λέει, κάτι πάντα ηχεί και πάντα κάτι γράφει σε τούτη τη ζωή. Ο Slim Gaillard υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες μορφές της bop and beat γέννας, ένα πλάσμα που δεν άνηκε σε τούτο το ρημάδι αλλά σε ένα άλλο που είχε φτιάξει τις δικές του λέξεις, τους δικούς του ήχους, τις δικές του παλαβομάρες. Ο άγιος Jack Kerouac άλλωστε τα περιγράφει γι’ αυτόν όπως πραγματικά τα έζησε μέσα σ’ ένα από τα καλύτερα βιβλία του περασμένου αιώνα. Ladies and gents I give you mister Slim Gaillard μέσα από ένα απόσπασμα του On the Road. Εσείς απλά ψάξτε αυτόν τον μεγάλο μουσικό!


Απόσπασμα από το On the Road

Μια νύχτα, όμως, μας ξανάπιασε ξαφνικά η τρέλα και τους δύο πήγαμε να δούμε τον Σλίμ Γκέηλαρντ σ’ ένα μικρό νάιτ – κλάμπ του Φρίσκο. Ο Σλίμ Γκέηλαρντ είναι ένα ψηλός αδύνατος γέρος με μεγάλα θλιμμένα μάτια, που λέει συνέχεια: «Εντάξει –ορούνι», και, «τι λες για ένα ουισκάκι –ορούνι». Στο Φρίσκο μεγάλα παθιασμένα πλήθη νέων μισο – διανοούμενων καθόντουσαν στα πόδια του για να τον ακούσουν στο πιάνο, στην κιθάρα και στα ταμπουρίνια του μπόνγκο. Όταν ζεσταίνεται για τα καλά, βγάζει το πουκάμισο και τη φανέλα του και βάζει μπρος. Λέει και κάνει ότι του περνάει απ’ το κεφάλι. Μπορεί να τραγουδάει το «Σέμεντ Μίλερ, Πού-τι Που-τι» και ξαφνικά να ελαττώσει το ρυθμό και να σκύψει πάνω στα μπόνγκος του χτυπώντας μόλις με τα ακροδάχτυλά του το δέρμα, έτσι που όλος ο κόσμος σκύβει προς τα μπρος, με κομμένη την ανάσα, για να ακούσει πιστεύεις πως θα το κάνει αυτό για ένα λεπτό ή περίπου, αλλά συνεχίζει, τουλάχιστον για μια ώρα, δημιουργώντας έναν ανεπαίσθητο ήχο με την άκρη των νυχιών του, ολοένα και πιο χαμηλά, σε σημείο που να μην ακούγεται πια, καθώς σκεπάζεται απ’ τους ήχους της κυκλοφορίας του δρόμου που μπαίνουν απ’ την ανοιχτή πόρτα. Μετά σηκώνεται αργά και παίρνει το μικρόφωνο και λέει υπερβολικά αργά: «Μεγάλος  - ορούνι… ωραίος – ορούνι… Χελόου – ορούνι… ουίσκι – ορούνι… όλοι – ορούνι… τα παιδιά της μπροστινής σειράς, πως πάει με τα κορίτσια σας – ορούνι… ορούνι… βόουτι… ορούνιρούνι…». Και συνεχίζει έτσι για ένα τέταρτο της ώρας, ενώ η φωνή του γίνεται ολοένα και πιο χαμηλή, ώσπου δεν ακούγεται. Τα μεγάλα θλιμμένα μάτια του ερευνούν το ακροατήριο.
Ο Ντην είναι όρθιος στο βάθος και λέει: «Θεέ μου! Ναι!», και συσπά τα δάχτυλά του σε μια χειρονομία προσευχής και ιδρώνει. «Σαλ, ο Σλιμ έχει την αίσθηση του χρόνου, έχει την αίσθηση του χρόνου». Ο Σλιμ είναι καθισμένος στο πιάνο και βαράει δυο νότες, δυο ντο, μετά δυο ακόμα, μετά μία, μετά δύο, και ξαφνικά ο γιγαντόσωμος κοντραμπασίστας ξυπνάει από ένα όνειρο και συνηδητοποιεί πως ο Σλιμ παίζει εκείνη τη στιγμή το «C-Jam Blues» και με το χοντρό του δείχτη αναμοχλέυει τη χορδή και ακούγεται ο βαρύς, εκκωφαντικός ήχος και όλοι αρχίζουν να κουνιούνται ρυθμικά κι ο Σλιμ φαίνεται το ίδιο θλιμμένος όπως πάντα και παίζουν τζαζ για ένα μισάωρο και ο Σλιμ αποτρελαίνεται και αρπάζει τα μπόνγκος και παίζει κουβανέζικους ρυθμούς με μια φρενιτώδη ταχύτητα και ξεφωνίζει παρανοϊκά πράγματα στα ισπανικά, στα αραβικά, στα περουβιάνικα, στα αιγυπτιακά, σ’ όλες τις γλώσσες που γνωρίζει, και γνωρίζει αναρίθμητες γλώσσες. Τελικά το κομμάτι τελείωσε κάθε κομμάτι διαρκεί δυο ώρες. Ο Σλίμ Γκέηλαρντ πάει και στήνεται σε μια κολόνα, κοιτάζοντας θλιμμένα πάνω απ’ τα κεφάλια των ανθρώπων καθώς έρχονται να του μιλήσουν. Ένα ποτήρι ουίσκι αναδεύεται στο χέρι του. «Ουίσκι – ορούνι – σας ευχαριστώ – οβότι». Κανείς δεν ξέρει που βρίσκεται ο Σλίμ Γκέηλαρντ. Μια φορά ο Ντην είδε ένα όνειρο ότι ήταν έγκυος κι η φουσκωμένη κοιλιά του μπλάβιζε καθώς κειτόταν στην πρασιά ενός νοσοκομείου στην Καλιφόρνια. Κάτω από ‘να δέντρο, με μια παρέα μαύρους, καθόταν ο Σλίμ Γκέηλαρντ. Ο Ντην έστρεφε σ’ αυτόν τα’ απελπισμένα μάτια μιας μητέρας. Ο Σλιμ είπε: «Άντε λοιπόν – ορούνι». Τώρα ο Ντην τον πλησίαζε πλησίαζε τον θεό του πίστευε πως ο Σλιμ ήταν θεός προχώρησε σέρνοντας τα πόδια κι έσκυψε στη μεριά του και του ζήτησε να ‘ρθει μαζί μας. «Εντάξει – ορούνι», λέει ο Σλιμ έκανε συντροφιά με τον καθένα αλλά δεν μπορούσε να εγγυηθεί πως θα ‘ναι παρών στα πνευματικά. Ο Ντην έπιασε ένα τραπέζι, παράγγειλε ποτά και κάθισε στητός απέναντι στον Σλιμ. Ο Σλιμ ονειροπολούσε πάνω απ’ το κεφάλι του. Κάθε φορά που ο Σλιμ έλεγε: «Ορούνι», ο Ντην έλεγε: «Ναι!». Ήμουν καθισμένος εκειδά μ’ αυτούς τους δύο παλαβούς. Δεν έγινε τίποτα. Για τον Σλίμ Γκέηλαρντ, ολόκληρος ο κόσμος δεν ήταν παρά ένα πελώριο ορούνι.

Εκδόσεις Πλέθρον / Μετάφραση: Δήμητρα Νικολοπούλου 

.......................................................


Και για όσους έχουν τα άντερα να ψαχτούν ΚΛΙΚ και στο λεξικό του!