Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

Σκληρές Νύχτες...της Άννας BlackRed

Κυκλοφορούσαμε στους δρόμους

που η ζωή άφηνε τα θύματά της ξεσκέπαστα,

να καίγονται

σε μια Κόλαση με αριθμό ταυτότητας,

να πληρώνουν

την θλίψη των ανθρώπων της ημέρας.

Πόρνες που έβγαζαν το ψωμί τους με το στόμα,

που δεν εμπιστευόντουσαν ούτε την σκιά τους,

γνώριζαν ότι πουλούσε παραμύθι και αυτή.

Πρεζάκια που κατασκεύαζαν Κόσμους

και τους ζούσαν σε σπίτια παγκάκια

μιας Πόλης Μηχανής,

Άκληρους

Ξεσπιτωμένους

Άρρωστους

Βρώμικους

Τραβέλια όμορφα

το αρνητικό του Κόσμου,

όχι το περιθώριο,

οι αποδείξεις πως το σύμπαν

συνεχίζει να υπάρχει μέσα από την ανισορροπία του

και παντού πουστιά

Πρωί - βράδυ.

Η υποκρισία δε γνωρίζει φάρες,

σαλτάρει και σε πετυχαίνει...

Τριγυρίζαμε δίπλα σ’ εκείνους,

εμείς οι επιζώντες αγνοούμενοι ενός Πολέμου,

Παιδιά που μεγάλωσαν μέσα σ’ έναν Πόλεμο,

μάχες που μας έσκαψαν ως το μεδούλι,

στο κεφάλι δεν έμειναν πολλά πράγματα

και οι φιλοσοφίες της εφηβείας δεν βοηθούσαν πολύ,

μα βγάζαμε τη μέρα,

τον εφιάλτη τον ζούσαμε,

δε τον περιμέναμε στον ύπνο μας..

Έφταιγε που ήμασταν απροσδιόριστοι από τη φύση μας,

από αλλού ξεκινούσαμε

και αλλού καταλήγαμε,

οι απρόσεχτοι σ’ έναν Κόσμο προσεχτικά Νανουρισμένο,

οι αμόρφωτοι με σπίτια βρώμικα..

Μεγαλωμένοι χωρίς συναισθήματα,

μόνοι και γρήγορα,

μα μεγαλώσαμε,

οι αξίες μας άλλαζαν ριζικά..

διαφορετική ματιά σ’ έναν ίδιο Κόσμο,

πειράματα στα δωμάτια της σάρκας μας,

ψάχναμε τα όρια του αλαζονικού Κόσμου

που έλεγχε τους πάντες,

Συστηματιές,

Αντιδραστικούς,

Προοδευτικούς,

Λογικούς,

Αισθηματίες,

όλοι πιόνια του ίδιου Κέντρου..

Είχαμε μάθει καλά πως το σύστημα είναι μέσα μας

ριζωμένο,

ο ίδιος Φόβος με πολλά πρόσωπα,

παθητικοί,

όλοι μπροστά του..

ήξερε να σε χρησιμοποιεί όπως τον βόλευε..

ο δικός του Φόβος

μην το ανακαλύψεις..

Τα όρια αχαρτογράφητα,

η μοίρα κάθε καινούργιου να γίνει

σύστημα..

Τώρα μάθαμε για τα καλά πως

όποιος μεγάλωσε σ’ έναν Πόλεμο

ήξερε τις αντοχές των Πάντων

και πως

ο Φόβος

σε παραμορφώνει..

απορείς γιατί και πως άντεξες;

αντέχεις γιατί αλλάζεις..

Δε το ξέρεις ακόμα..

Ούτε εγώ.


πίνακας Lavely Miller