Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

Ο Γάτος...του Πολύβιου Δημητρακόπουλου


Βρε ζούδι καψερό, που νιαουρίζεις
κι ούλο το χρόνο κοπανάς τα ίδια,
και πας ούλες τσι ρούγες και γυρίζεις
πάνου τση γειτονιάς τα κεραμίδια,

πες μου, μωρέ, αιστάνεσαι θυμό,
όντας αρχίζει εκείνος ο καβγάς,
κι έτσι έχεις και συ κρυφόν καημό,
την ώρα που τσι γάτες κυνηγάς;

Χτυπάει η καρδιά σου; Σου ’ρχεται ζαλάδα;
Σου πιάνετ’ η φωνή; Σου ’ρχονται γέλια;
Και τι τση λες, μωρέ, αφ’ την καμινάδα,
όντας περνάει με την ουρά στα σκέλια;

Κι όντας, καληώρα, παύουνε οι μουρμούρες,
και πάει με το καλό το πανηγύρι,
τση λες και χωρατά; τση κόβεις κούρες;
τση κάνεις κάποτε το νοικοκύρη;...

Άκου, μωρέ, μια συμβουλή από μένα,
κι αν ίσως στη στιγμή δεν πιάκει τόπο,
να’ ρθεις μ’ ούλα τα νύχια σου ανοιγμένα
μόμολο να με κάνεις των ανθρώπω!

Την ώρα που τση λες τα ’στήματά σου,
νιάου-νιάου, και την παίρνεις το ξοπίσω,
και κείνη φεύγει και τση σκούζεις: "-Στάσου,
στάσου, μωρή, δυο λόγια να σ’ ορίσω!",

αν τύχει κι έτσι δα την ξεγελάσεις
και τη ζυγώσεις κάνοντας το φίλο,
την ώρα σου, βρε γάτο μου, μη χάσεις,
και βούτα τη, και δος τση ένα ξύλο!

Και ποδοκύλησέ τη μες στα χώματα,
και πάρ ’τση τον αέρα με την πρώτη –
να ιδείς, σου ξανακάνει πια καμώματα,
όντας εσύ τση κάνεις τον ιππότη;...

Τ’ άκουσες, μωρέ γάτο;... Τώρα τράβα
και φκιάσ’ τση ούλες τούτες τσι φερσίες –
κι αν δεν την έχεις δούλα σου και σκλάβα,
ναρθείς και να μου δώκεις δυο φτυσίες!