Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

Σκλαβιά της Κυριακής...της Άννας Νιαράκη


Εξανδραποδισμός, εξοστρακισμός
Άνδρας, πόδι, έξω, όστρακο.
Βαριέμαι.
Σ’ αυτές τις ερημιές που μ’ έχεις αφήσει
Να παιδεύομαι, όλο νομίζω ότι
Ερωτεύομαι κάτι που μοιάζει με
Άνδρα, με πόδι, με όστρακο, με έξω.
Μου πες πως θα ‘ρθεις. Κάποτε μου πες
Πως θα έρθεις. Ή πώς θα ‘ρθεις.
Κάποτε. Δεν θυμάμαι και ακριβώς.
Το μόνο που ξέρω είναι ότι η αυλή
Έχει γεμίσει μπαλόνια. Από αυτά που αγοράζουν
Οι γονείς στα παιδιά τους στις εθνικές επετείους,
Άσπρα και γαλάζια. Τώρα με κοιτάζουν ξεφούσκωτα
Σαν βλέμμα μετά από ολονύχτιο γαμήσι.
Μέλλον δεν θα ‘ρθεις σήμερα. Κλείνω τις
Κουρτίνες μπροστά απ’ τα μάτια μου.
Ένα μπαλόνι χαμογελάει στην κουζίνα.
Δύσκολες μέρες οι Κυριακές. Ούτε και ξέρεις
Τι περιμένεις.

Λέω σήμερα είναι Τετάρτη, μα τίποτα δεν
έχει Τετάρτινη όψη. Τίποτα δεν μοιάζει στη μέση.
Όλα τελειώνουν μαζί με τη βδομάδα. Κατακάθονται
Σαν ίζημα, σαν τον καφέ στον πάτο της κούπας.
Κάπου εκεί βρίσκομαι κι εγώ. Στον πάτο της κούπας
Που κρατάω μες στα χέρια μου, και προσποιούμαι ότι
Αχνίζει από μέσα ο καφές. Ενώ ξέρω καλά πως είναι άδεια.
Ψάχνω στα συρτάρια να ανακαλύψω
Εκείνο το ποίημα που είχα ξεχάσει πως έγραψα
Και θα με δικαιώσει, τουλάχιστον στα μάτια μου.
Μέλλον δεν έρχεσαι σήμερα
μα κάποτε είχες αφήσει σημάδι επίσκεψης.

Αντ’ αυτού, βρίσκω εισιτήρια, συνδετήρες και αποδείξεις
Ένα στυλό που δεν γράφει πια, και γράμματα
Που ποτέ δεν στάλθηκαν. Μάλλον ούτε και τότε ήρθες.
Ένα συρτάρι γεμάτο Κυριακές. Ξεκλείδωτο, μήπως και
Αποδράσουν κάποια στιγμή απηυδισμένες όλες μαζί
και ξεχυθούν στο χώρο,
Γλιστρήσουν από παράθυρα ανοιχτά, γρίλιες μισόκλειστες
και χαραμάδες και φυτευτούν μες στην αυλή,
άσπρα γαλάζια και ξεφούσκωτα μπαλόνια.
Τι ωφελεί, αναρωτιέμαι. Να παραχώνεις Κυριακές.
Σαν να πιέζεις τη στροφή μέσα σε μια ευθεία.

Θα κάνω αυτό που τόσα χρόνια αποφεύγω.
Φρέσκος καφές, άδεια συρτάρια, καμία προσμονή
Μήπως και βρει τη θέση της αυτή η Κυριακή μες
Στο δωμάτιό μου.
Ίσως να φύγω εγώ
Να μείνει μόνη να σκεφτεί, αν επιστρέφοντας
θα με βρει εκεί ή κάπου έξω θα με συναντήσει
Δίπλα μου σ’ ένα μπαρ, να κεραστούμε γύρους
Κι ύστερα, με άφθονο αλκοόλ
Να με ακολουθήσει
για ένα γαμήσι κυριακάτικο.

Δεν θα μιλήσω. Μπορεί αν θέλει
Να αρνηθεί. Έχω παρέα.
Εκείνο το μπαλόνι της κουζίνας
Και μια σειρά από ξεφούσκωτα βλέμματα
Στοιβαγμένα στα ντουλάπια.
Όπως και να ’χει,
οι Δευτέρες καραδοκούν να σε ξεβράσουν
πνιγμένο, σωσμένο λίγη σημασία έχει
στην άκρη μιας βδομάδας που υπόσχεται μέλλον.


λεπτομέρεια πίνακα άγνωστης καλλιτέχνιδας του δρόμου

που αγοράστηκε 10 χρόνια περίπου πριν στο Camden