Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

Καφετέρια "Μινιόν"...του Γιώργου Χρονά


Πέφτει ο ήλιος πάνω στο πρόσωπό σου
και χθες έλεγαν πως θάχει συννεφιά
Βρέχει πίσω από την πλάτη σου
τα νερά τρέχουν πάνω σε πλαστικά
οι τεχνητοί πίδακες μπροστά σου.
Αν σηκωθείς μπορείς να πιάσεις
τα ψάρια που κυνηγιούνται στη λίμνη αυτή
που είναι ανοιγμένη στα πόδια σου.
Ανάβεις τόνα τσιγάρο πάνω απ' τ' άλλο
και βλέπεις πίσω απ' τα γυαλιά
που πήρες ένα κατοστάρικο στην Πατησίων.
Η κολώνια που φοράς διώχνει τα κουνούπια
τα χέρια σου μέσα στα γράσσα.
Πως σ' άφησαν στην είσοδο του μαγαζιού
σ' αυτο το χάλι να μπεις;
δεν σε είδαν; Είσαι αόρατος;
Δεν σε πρόσεξαν; Ποιόν; Εσένα;
Είναι μεσημέρι και πεινάς
δυο δεκάρικα έχεις στην τσέπη.
Το μοσχαράκι ραγού, ετελείωσεν.
Το φρικασσσε απεσύρθη.
Φωνάζουν τα μεγάφωνα. Παρακαλώ, στη σειρά σας.
Πεινάς και σηκώνεσαι να πας στις τουαλέτες
Στέκεσαι μπροστά στις λευκές από τα απορρυπαντικά λεκάνες
και σαν αρχαίος κωπηλάτης στο μέσον του πελάγους
αρχίζεις να κωπηλατείς
περιμένοντας να φτάσεις.
Το σπέρμα σου πετιέται στα πλακάκια
σαν πρωινό στεφάνι
σ' αυτή την καφετέρια του Χάους.

από το "Κατάστημα Νεωτερισμών"
εκδόσεις ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ