Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

Λίντα Λι Μπουκόφσκι..."Ζω ακόμη με το «φάντασμα» του Τσαρλς Μπουκόφσκι"

Ήταν ένας συνεσταλμένος άνθρωπος, ατομιστής και σπιτόγατος, είπε για τον Τσαρλς Μπουκόφσκι η τελευταία του σύζυγος.

«Αισθάνομαι ακόμη τη μυρωδιά του Χανκ. Είναι σαν να ζω πραγματικά με ένα φάντασμα»
. Αυτά ήταν τα λόγια της Λίντα Λι Μπουκόφσκι, της τελευταίας συζύγου και μούσας του διάσημου τρομερού παιδιού των αμερικανικών γραμμάτων, Τσαρλς Μπουκόφσκι, η οποία έκανε μια σπάνια δημόσια εμφάνιση με αφορμή την έκθεση αφιερωμένη στην λογοτεχνική αυτή προσωπικότητα.

Συνεσταλμένη, όπως ακριβώς ήταν και ο Τσαρλς «Χανκ» Μπουκόφσκι (1920-94) και απρόθυμη για δημόσιες εμφανίσεις, η Λίντα Λι έκανε μία σπάνια εξαίρεση με αφορμή την έκθεση που το μουσείο Χάντινγκτον του Σαν Μαρίνο, στα βόρεια του Λος Άντζελες, αφιερώνει στη λογοτεχνική αυτή προσωπικότητα μέχρι τις 14 Φεβρουαρίου 2011.

«Είναι πολύ προσωπική για εμένα αυτή η έκθεση, είναι η κατάληξη πολλών ετών. Είμαι ιδιαίτερα χαρούμενη, αλλά και νευρική, επειδή δεν είμαι συνηθισμένη να μιλάω γι’ αυτά. Μόλις που έχω αρχίσει να μαθαίνω πώς να συμπεριφέρομαι ως δημόσιο πρόσωπο», τόνισε η ίδια, μιλώντας καθισμένη σε έναν από τους πάγκους του μουσείου.

«Ούτε και στον Χανκ πολυάρεσαν αυτά. Ήταν ένας συνεσταλμένος άνθρωπος, ατομιστής και σπιτόγατος. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο έπινε τόσο: του ήταν πολύ δύσκολο ν’ αντιμετωπίσει την κοινωνική ζωή, ήταν απώλεια χρόνου», δηλώνει η ίδια. «Προτιμούσε να κάθεται στη γραφομηχανή του, ή να τρωει στους Μούσο & Φρανκ», το γνωστό εστιατόριο του Λος Άντζελες, στο Χόλιγουντ Μπούλεβαρντ.

Ο Μπουκόφσκι γνώρισε σε μεγάλη ηλικία τη διασημότητα, έπειτα από μία δύσκολη παιδική και νεανική ηλικία και μία περίοδο 14 ετών που φυτοζωούσε δουλεύοντας στα αμερικανικά ταχυδρομεία. Πάντοτε έγραφε ποιήματα και νουβέλες, όμως η συγγραφική του σταδιοδρομία ξεκίνησε σε ηλικία 46 ετών, όταν ο εκδότης του Black Sparrow Press του προσέφερε 100 δολάρια τον μήνα για να αφιερωθεί εξ ολοκλήρου στη γραφή.

«Δε σταματούσε ποτέ να εργάζεται, σκεπτόταν διαρκώς και αυτό φέρνει δυστυχία», εξηγεί η Λίντα Λι. «Ορισμένες φορές, του ερχόταν η έμπνευση να γράψει ένα ποίημα στη μέση της νύχτας. Έπινε ένα ποτήρι και μου το διάβαζε. Αλλά αυτό συνέβαινε μία φορά τον χρόνο. Σε γενικές γραμμές δεν έδειχνε τι έγραφε σε κανέναν, τα έστελνε απευθείας στον εκδότη του», τόνισε.

Ο Μπουκόφσκι είχε πολλές γυναίκες στη ζωή του και αντλούσε την έμπνευσή του από αυτές τις πολλαπλές του εμπειρίες, τις οποίες αποτύπωνε με αυτό το «ακατέργαστο, ωμό και απλό ύφος του», που συνέπαιρνε όμως με την αυθορμησία του. Η σύζυγός του τονίζει ότι το να ανακαλύπτει προσωπικές της στιγμές σε κάποιο διήγημα, ή ποίημα, «ορισμένες φορές είναι ενοχλητικό. Αυτό όμως είναι το τίμημα του να ζεις με έναν συγγραφέα».

«Πάντοτε έγραφε για τα πρόσωπα με τα οποία συμβίωνε, με όσους τον περιέβαλλαν, για την οικογένειά του, τους φίλους του. Το γνώριζα πως μία των ημερών θα κατέληγα σε κάποιο έργο του. Όμως αυτό δεν το επεδίωξα εγώ», προσθέτει.

Η ίδια τόνισε πως γνωρίστηκαν χάρη στη γραφή. «Ήμασταν τόσο διαφορετικοί, εκείνος ερχόταν από την Καλιφόρνια, εγώ από την Ανατολική Ακτή, ο καθένας μας έφερε ένα διαφορετικό παρελθόν. Όμως είχαμε την ίδια αίσθηση του χιούμορ και ακόμη τον ίδιο εσωτερικό κόσμο», επεσήμανε.

Σήμερα, η ίδια εξακολουθεί να ζει στο ίδιο σπίτι όπου είχαν μετακομίσει για να ζήσουν μαζί, στο Σαν Πέδρο, παραλιακό προάστιο στα νότια του Λος Άντζελες.

«Είναι σα να ζω πραγματικά με ένα φάντασμα. Το σπίτι είναι απαράλλαχτο. Δεν έχω αλλάξει τίποτα, το γραφείο του είναι ακριβώς όπως το άφησε (την ώρα του θανάτου του), με τα ρούχα του να βρίσκονται παντού».

«Είναι σα να ζω σε ένα μουσείο, γιατί τα πάντα βρίσκονται εδώ, εκτός από εκείνον. Είναι βέβαια πολύ θλιβερό, κλαιω συνέχεια. Το βράδυ, κάποιες φορές μπαίνω μέσα στο γραφείο του και συχνά, ξέρετε, αισθάνομαι ακόμη τη μυρωδιά του Χανκ».

Από το κυριακάτικο Βήμα.

περισσότερα για την έκθεση ΕΔΩ.