Κυριακή, 8 Αυγούστου 2010

Εκμυστηρεύσεις...του Νίκου Βουτυρόπουλου


ΙΙ

«Η ομορφιά είναι ένα παιδί που κρατά πιστόλι»

Ακούω συχνά παρόμοιες εκδοχές και σκέφτομαι: οι ατάκες είναι για

τους βλάκες

Προτιμώ το φάντασμα ενός αρχαίου ναύαρχου που τριγυρνά σε

αναγνωστικά της τρίτης λυκείου

«Άργησα να πάω εκεί που μπορούσα κι ούτε που ξέρω αν μπορώ πλέον»

Ακούγεται αληθινό, αλλά δεν είναι

Πρόκειται για τον καθυστερημένο ενθουσιασμό της ανάμνησης

Όταν αγγίζεις το δέρμα του άλλου, αγγίζεις τη ψυχή του

Αλλά μη με ρωτήσετε τι είναι ψυχή

Τη σκέφτηκα σαν δάκρυ μες τη θάλασσα

Γι αυτό παρακαλώ τους φίλους να βρεθούμε πάλι σε μια άλλη εποχή

Ίσως τότε, καθώς τελειώνουν οι ώρες, ενώ όλοι γινόμαστε μια στιγμή

που δε θα συμβεί ποτέ ξανά

Κι οι ανάσες μας σωπάσουν κάτω απ΄ τον ήχο των άστρων

Ίσως τότε ανακαλύψουμε νέα τραγούδια για τη νύχτα

Ίσως οι φωνές μας ξεπεράσουν την αγωνία ενός ονείρου που έσβησε η

βροχή

Ω ναι, έχουν συμβεί όλα αυτά, ξανά και ξανά, κι έχουν χαθεί σα μια

γραφή στο νερό

Γι αυτό κι η νοσταλγία δεν είναι άλλο από ένα τριαντάφυλλο μπροστά

σε καθρέφτη

Κι οι σκέψεις σύννεφα είναι ενός δυνατού βοριά, που τα κοιτάς στο μάτι

μιας λίμνης λίγο πριν νυχτώσει - ίσως ν΄ αναρωτιέσαι πόσο κοντά

έρχεται ο ουρανός μόνο όταν θυμάσαι...

Έτσι τόλμησα να κρατήσω τη ζωή, μια πέτρα καυτή στη χούφτα μου

Ήθελα ακόμη ν΄ αποχαιρετήσω τις ουλές του χρόνου, τι κι αν τις φορούσα

κατάσαρκα;

Κι όταν συλλογιέμαι...πάντα ήθελα να εξηγώ τους άλλους, όχι τον

εαυτό μου, μα δε θα μπω στον κόπο ν΄ ασχοληθώ μαζί του, αφού πια

είναι το ίδιο πράγμα - δεν είναι;

Κάτω από άπειρα φώτα χαϊδεύω στιγμές, τα άγρια κυκλάμινα μιας συγκυρίας

που τη σκέπασε η μουσική θύελλας ξαφνικής

Εξάλλου όλοι μιλάμε πρόθυμα για πράγματα που ποτέ δεν γνωρίσαμε

Να, ακόμη και τους γονείς μου δεν πρόλαβα να γνωρίσω και συχνά τους

σκέφτομαι να μου μιλούν με λόγια που ποτέ δεν άκουσα

Κι οι μικρές αγάπες γίναν χρώματα σε ύπνους μοναχικούς, ενώ έπρεπε

να φύγουν πολλά καλοκαίρια με ανταύγειες προσώπων

Μπορεί κάποτε, μ΄ ένα μόνο βλέμμα, να μάθω τον προορισμό μου, γιατί

ξενύχτησα κοιτώντας αστέρια με τα κυάλια του παππού μου

Και λίγο αργότερα θέλησα να μάθω τα μυστικά της γης, ούτε που σκεφτόμουν

τον κόσμο, μόνο όταν μετρούσα πληγές, αλλά ήθελα πάντα να είμαι

αόρατος, χωρίς να μετρώ συναισθήματα

Έτσι ακούμπησα ένα βράχο που δε ξέρω αν ήταν ταφόπλακα ή μια νέα

πρόκληση - τότε τελείωσε ένα όνειρο



Εκμυστηρεύσεις

Εκδόσεις Οδός Πανός

2008