Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

Τρία ποιήματα από τον Ύποπτο Φυγής...του Σωτήρη Παστάκα


Η ΠΡΩΤΗ ΜΕΘΗ

Τρεκλίζοντας διαβήκαμε τις περιστρεφόμενες
πόρτες. Στη δύση της, η νύχτα καθιστούσε
ακόμη δυνατή την ύστερη στύση, κι η πρώτη μέθη
επέστρεφε τα πρέπει. Χαρτοκόπτης τα νιάτα σου,
αναίμακτα ξεφύλλιζαν τα συναισθήματά μου.
Τα χέρια σου άφηνα να με τρυγούν,
τα λόγια σου να με παρηγορούν
κι η σκέψη σου να με πληγώνει.
Ταυτόχρονα όποιος αγαπά μπορεί
και να μην αγαπιέται, κι εγώ απόψε
αγάπη μου, διψάω. Τώρα που πίνω μόνος μου,

αμέσως ξημερώνει.

~ ~ ~

Έχασα πολλά κιλά μέσα σε λίγες μέρες.
Δεν ξέρω πόσα ακριβώς, τον αριθμό τους
δεν μπορώ με ακρίβεια να τον προσδιορίσω.

Απ' την ενδυμασία μου μόνον το υποπτεύομαι,
απ' την κοινή διαπίστωση των φίλων:
"είσαι άρρωστος, τι σου συμβαίνει;"

Μακάρι η πάθησίς μου να 'χε ένα απ' τα κοινά
ονόματα: διαβήτης, μελάνωμα,
παράνοια. Πως είναι Αγάπη
δεν το λεν, μια αρρώστια σαν κι αυτή
κανείς δεν την προφέρει.

~ ~ ~

Ο πόνος αρχίζει όταν ξεχνάμε
την πληγή. Έξοδος του βλήματος
δεν υπάρχει. Η είσοδός του έχει
ιαθεί και κλείσει.

Ο πόνος είναι κατάκλειστος.
Δεν μπορείς να τον εντοπίσεις
σε όργανα, σε ιστούς και κύτταρα.

Τίποτα δεν τον μαρτυρεί.
Διάχυτος κι ασσύλληπτος,
σαν τη χαρά φαντάζει. Ο πόνος,
αγάπη μου, γίνεται όταν είναι
μεγάλος, χαρά που συναρπάζει.

Μόνον όποιος αγάπησε πολύ,
μπορεί να αγαπήσει πάλι.


από τις Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ