Κυριακή, 23 Αυγούστου 2009

Ο Dylan Thomas για την ποίηση

Το πέμπτο και τελευταίο ερώτημα είναι – ο Θεός να βάλει το χέρι του – πως ορίζω την ποίηση. Προσωπικά, δε διαβάζω ποίηση παρά μόνο για ευχαρίστηση. Διαβάζω μόνο τα ποιήματα που μου αρέσουν. Αυτό σημαίνει πως πρέπει να διαβάσω ένα σωρό που δεν μου αρέσουν, μέχρι να βρω αυτό που μου αρέσει. Όταν το βρω, δεν μπορώ να πω τίποτε περισσότερο από ένα «Αυτό είναι!». Ύστερα το διαβάζω και το ευχαριστιέμαι. Διάβαζε τα ποιήματα που σου αρέσει να διαβάζεις. Μη σε απασχολεί αν θεωρούνται σημαντικά ή αν θ’ αντέξουν στο χρόνο. Σε τελευταία ανάλυση, έχει σημασία τι είναι ποίηση; Αν χρειάζεσαι οπωσδήποτε έναν ορισμό, πες: «Ποίηση είναι αυτό που με κάνει να γελάω ή να κλαίω ή να χασμουριέμαι. Αυτό που κάνει τα δάχτυλα των ποδιών μου να τινάζονται. Αυτό που με κάνει να θέλω ετούτο και το άλλο ή τίποτε απολύτως» κι ας πάει στο καλό. Σημασία έχει αυτό το αιώνιο που κινείται πίσω της: ένα τεράστιο, υπόγειο ρεύμα από πόνο, ανοησία, φιλοδοξία, ψυχικές ανατάσεις και άγνοια – έστω κι αν το ποίημα δεν έχει τις καλύτερες προθέσεις. Μπορείς να κομματιάσεις ένα ποίημα για να δεις τι το κάνει τεχνικά άψογο. Όταν τα σχήματα, τα φωνήεντα, τα σύμφωνα, οι ομοιοκαταληξίες, τα μέτρα απλωθούν μπροστά σου, μπορείς να αναφωνήσεις: «Αυτό είναι! Με συγκινεί γιατί έχει μαστοριά!» Στην πραγματικότητα βρίσκεσαι ξανά στην αρχή, μπροστά σ’ εκείνη τη μυστηριώδη ικανότητα των λέξεων να σε συγκινούν. Ακόμη και η μεγαλύτερη μαστοριά, αφήνει πάντα κάποιες τρύπες, κάποια χάσματα στην τεχνική, απ’ όπου τρυπώνει, ρέει, αστράφτει κι βροντά κάτι που δεν υπάρχει μέσα στο ίδιο το ποίημα. Η σύνθεση και η απόλαυση της ποίησης είναι και ήταν πάντα το πανηγύρι του ανθρώπου, που με τη σειρά του είναι το πανηγύρι του Θεού.

Από το βιβλίο

Ντύλαν Τόμας

Το χρώμα της Λαλιάς (ποιήματα 1934- 1953)

Εκδόσεις Ερατώ

Μετάφραση Γιώργος Μπλάνας