Κυριακή, 12 Απριλίου 2009

Πράσινο Βαθύ...του Fabrice Melquiot

Εμφανίζεται σε μια γωνιά ένα μπουκαλάκι πράσινο βαθύ.

Η Λιάν το αρπάζει, το ανοίγει, αναπνέει το πράσινο βαθύ του μπουκαλιού.


ΛΙΑΝ


«Κωλάραπα η μάνα σου τον αρπάζει απ’ τους πιθήκους.»


Ήταν δίπλα στο εμπορικό κέντρο.

Ο τύπος μας προσπέρασε με την πλατσουκωτή του μούρη, σου το πέταξε έτσι χωρίς λόγο, εσύ έσπρωχνες το καροτσάκι σου.

«Κωλάραπα η μάνα σου τον αρπάζει απ’ τους πιθήκους.»


Η Λιάν λυσσασμένη ρημαγμένη έπρεπε να το συνηθίσει να ντρέπεται για τους ανθρώπους τη λύσσα έπρεπε να τη συγκρατήσει η Λιάν δεν ήξερε ότι οι άνθρωποι χώνουν την καρδιά τους μέσα σε ζουρλομανδύες. Τρελαμένοι από κακία από φόβο τρελαμένοι από το μίσος. Η Λιάν λυσσασμένη ρημαγμένη, αλλά εσύ.


Εσύ, κατέβασες το κεφάλι και έσφιξες το χέρι μου. Τόσο δυνατά που πίστεψα ότι θα πεθάνω, ναι πίστεψα ότι μπορείς να πεθάνεις από στραγγαλισμένο χέρι τόσο δυνατά που μ’ έσφιγγες, μου ερχόταν να κλάψω από τη λύσσα τίποτα δεν μπορούσα να κρύψω έκλαιγα κιόλας, μου είπες έλα Λιάν πάμε να φύγουμε από δω, οι άνθρωποι είναι άσχημοι οι άνθρωποι δεν είναι άνθρωποι, αν ήταν να διαλέξω θα προτιμούσα τους πιθήκους μου είπες, δε θέλω πια δε θέλω πια, και μαύρος που είμαι δε θέλω να είμαι άνθρωπος, να είμαι ένας πίθηκος αν είναι να διαλέξω είμαι ένας πίθηκος. Θέλω να ζήσω στη μέση του πουθενά, θα αγοράσουμε μια βάρκα, θα ψαρεύουμε στον Ποταμό, θα περνάμε καλά.


Γλύκα μου τίγρη μου.

Μέσα στο μπουκαλάκι σου στο πράσινο βαθύ η βάρκα σου βουλιάζει, καλαμιές φυτρώνουν στο σκαρί της και τα ψάρια μέσα της αποκοιμιούνται, από τότε που.


Από τη νύχτα εκείνη, εδώ, εκεί εδώ, στον Ποταμό.


Έκανες το μάγκα, εγώ σου έλεγα: ξέρεις δεν είναι και τόσο εύκολο να περπατάς πάνω στο νερό, μην κάνεις εξυπνάδες, αν ο Ιησούς τα κατάφερε με την πρώτη ήταν από σκέτη τύχη, ήταν πάντα τυχερός ο Ιησούς, σε ότι κι αν έκανε, μπορεί λίγο λιγότερο προς το τέλος, δεν είναι και τόσο εύκολο να περπατάς πάνω στο νερό στοίχημα ότι δεν περνάς περπατώντας απέναντι.

Γαμώτο, πόσο το χάρηκες.

Σε είδα να διασχίζεις τον Ποταμό, ξυπόλητος πάνω στο κύμα, τα χέρια ορθάνοιχτα, το όμορφό σου πρόσωπο να καθρεφτίζει το φεγγάρι. Περπάτησες μέχρι την άλλη όχθη, εγώ από πίσω σου στη βάρκα έβγαλα φουσκάλες, δεν ξέρω εγώ από κουπιά, εγώ ξέρω από μαδημένες αιώρες, έφτασα καταϊδρωμένη, είχε δυνατό ρεύμα εκείνη τη νύχτα.


Στην αρχή σε έψαξα, τα χέρια ορθάνοιχτα γεμάτα φουσκάλες, σ’ έψαξα στα δέντρα, στους βάλτους, στους αχυρώνες, στα μπαρ, στο δωμάτιο, σε έψαξα μέσα στη Βίβλο, κοίταξα τι σκατά έκανε ο Ιησούς αφού περπάτησε πάνω στο νερό μπας αυτός και εσύ...τίποτα, τζίφος, δεν τον βρήκα τον γλύκα μου τον τίγρη μου, γαμώτο μου την έκανες σώθηκες, ωραίος Σωτήρας, άντε και γαμήσου, πέρασε ένας χρόνος.


Τώρα γύρνα πίσω.

Είμαι ζεστή.

Σε περιμένω.

Θα σε περιμένω.

Όση ζωή κι αν χρειαστεί.


Ακούγονται πυροβολισμοί, κυνηγητά μέσα στους θάμνους, φωνές, ψιλές και μπάσες, που μπήκαν στο δωμάτιο από ανοιχτό παράθυρο.


Ξαναρχίζουν. Κάθε νύχτα από τότε που. Ορμάνε ο ένας στον άλλο με όπλα αληθινά, τραυματίζονται με χαρά γιατί ο πόλεμος τους λείπει, γλύκα μου φοβάμαι τίγρη μου, οι εθνοφρουροί, οι εθνοφρουροί.

Ωραίο χόμπι.


Η Λιάν πάει να κλείσει το παράθυρο, κρύβεται κάτω από το τραπέζι. Ήχος από βόμβες. Τα τζάμια τρίζουν.


Καλά θα έκανες να γυρίσεις πίσω αλλιώς θα σε κάνουν κόσκινο με τα αληθινά τους όπλα, γύρνα τώρα.


Σιωπή.


Ξέρεις, καμιά φορά παίρνουν ένα αραπάκι το κάνουν λαγό και το κυνηγάνε όλη τη νύχτα μέχρι την πόλη, το πρωί του δίνουν ένα δολάριο για να το ευχαριστήσουν που έτρεχε έτσι μπροστά τους, μου το είπε ο δικαστής Μέι, έναν αράπη για λαγό, συχνά δεν τον πληρώνουν συχνά του λένε είσαι τυχερός που δε σε γδάραμε, φύγε, καμιά φορά δεν του λένε τίποτα γιατί ο λαγός είναι νεκρός.


Γιατί δε μου έκανες ένα κουτσούβελο ολόμαυρο, όχι καφέ με γάλα, ολόμαυρο, καφέ σκέτο, ένα πιτσιρίκι που θα μου ζεματούσε το λαρύγγι και θα με κρατούσε ξάγρυπνη όλη τη ζωή;


Δεν προλάβαμε, έλεγες πάντα είναι πολύ νωρίς πάντα ήταν πολύ νωρίς, γύρνα τώρα να μου κάνεις ένα πιτσιρίκι με το δικό σου δέρμα, ένα πιτσιρίκι που θα προστατεύουμε από τους εθνοφρουρούς μέσα σ’ αυτόν το στενό κόσμο.


Γύρνα φοβάμαι.

Έχουν όπλα αληθινά.


Απόσπασμα από «Το Αναπάντεχο» του Fabrice Melquiot

Μετάφραση: Πέτρος Σεβαστίκογλου

Εκδόσεις Κέδρος