Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2008

Φόνος στη Μητρόπολη... τουT.S. Eliot


(απόσπασμα)


Πως πως θα μπορέσω να γυρίσω ποτέ στις απαλές γαλήνιες εποχές;

Νύχτα μείνε μαζί μας, σταμάτησε ήλιε, κρατήσου εποχή, να μην έρθει

η μέρα, να μην έρθει η Άνοιξη.


Πως να κυττάξω τη μέρα και τα κοινά της αντικείμενα, και να τα ιδώ

βαμμένα στο αίμα, πίσω απ’ το αίμα που πέφτει σαν παραπέ –

τασμα;

Τίποτα δεν γυρέψαμε να γίνει.


Καταλαβαίναμε την ατομική καταστροφή.

Την προσωπική ζημιά, τη γενική μιζέρια,

Ζώντας και ψευτοζώντας.

Τον τρόμο τη νύχτα που τελειώνει στην πράξη την καθημερινή.


Τον τρόμο τη μέρα που τελειώνει στον ύπνο

Αλλά η κουβέντα στην αγορά, το χέρι στη σκούπα,

Το νυχτερινό σώριασμα της στάχτης,

Το ξύλο στη φωτιά την αυγή,

Σ’ αυτές τις πράξεις σταματούσαν τα βάσανά μας.


Είχε το σύνορό της κάθε φρίκη

Είχε ένα κάποιο τέλος κάθε λύπη:

Δε μένει καιρός στη ζωή να θλίβεσαι πολύ.

Μα τούτο, τούτο είναι έξω από τη ζωή, έξω από τον καιρό,

Παρούσα αιωνιότητα της αδικίας και του κακού.


Μας βρώμισε μια λέρα που δεν μπορούμε να καθαρίσουμε

Μέσα στο υπερφυσικό σκουλήκιασμα,

Δεν είμαστε μόνο εμείς, δεν είναι το σπίτι, δεν είναι η πολιτεία μολεμένη,

Ο κόσμος ολάκερος είναι βρωμερός.

Λαγάρισε τον αέρα! Καθάρισε τον ουρανό!

Πλύνε τον άνεμο! Χώρισε την πέτρα από


Την πέτρα, χώρισε το δέρμα από το χέρι

Χώρισε τον μυώνα από το κόκκαλο, και

Πλύνε τα. Πλύνε την πέτρα, πλύνε το

Κόκκαλο, πλύνε το μυαλό, πλύνε την

Ψυχή, πλύνε τα, πλύνε τα!


Μετάφραση: Γιώργος Σεφέρης