Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008

Οι Μοιραίοι...του Κώστα Βάρναλη


Μες στην υπόγεια ταβέρνα,

μες σε καπνούς και σε βρισιές,

(απάνου στρίγγλιζε η λατέρνα),

όλη η παρέα πίναμε εψές,

εψές σαν όλα τα βραδάκια,

να πάνε κάτου τα φαρμάκια.


Σφιγγόταν ο ένας πλάι στον άλλο

και κάπου εφτυούσε καταγής,

ω, πόσο βάσανο μεγάλο

το βάσανο είναι της ζωής!

Όσο κι ο νους αν τυραννιέται

άσπρην ημέρα δε θυμιέται.


(Ήλιε και θάλασσα γαλάζα

και βάθος τ’ άσωτ’ ουρανού

ω της αυγής κροκάτη γάζα,

γαρούφαλα του δειλινού,

λάμπετε σβήνετε μακριά μας,

χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!)


Του ενός ο πατέρας χρόνια δέκα

παράλυτος , ίδιο στοιχειό

του άλλου κοντόμερη η γυναίκα

στο σπίτι λειώνει από χτικιό

στο Παλαμήδι ο γιος του Μάζη

κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.


- Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!

Φταίει ο θεός που μας μισεί!

- Φταίει το κεφάλι το κακό μας!

Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!

Ποιός φταίει;... ποιος φταίει;...

Κανένα στόμα

δεν τό ‘βρε και δεν το ‘πε ακόμα.


Έτσι, στην σκοτεινή ταβέρνα

πίνουμε πάντα μας σκυφτοί

σαν τα σκουλήκια κάθε φτέρνα

όπου μας εύρει μας πατεί.

Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,

προσμένουμε ίσως κάποιο θάμα!