Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2008

Φιοντόρ Ντοστογιέβσκη...Ο Παίκτης (απόσπασμα)

- Παραφλυαρήσατε και χάσατε τον ειρμό σας. Αν όχι εμένα, την εχτιμησή μου νομίζετε όμως πως θα μπορέσετε να την αγοράσετε με χρήματα.

- Ελάτε δα, κάθε άλλο. Σας είπα πως μου είναι δύσκολο να εξηγηθώ. Με πνίγετε. Μη θυμώνετε για τη φλυαρία μου. Καταλαβαίνεται, γιατί δεν κάνει να θυμώνει κανείς μαζί μου: είμαι απλούστατα τρελός. Άλλωστε το ίδιο μου κάνει κι αν θυμώνετε. Φτάνει πάνω στην καμαρούλα μου να θυμηθώ και να φανταστώ το θρόισμα μονάχα του φουδτανιού σας, κι είμαι έτοιμος να καταδαγκώσω τα χέρια μου. Και γιατί τάχα να θυμώνετε μαζί μου; Γιατί ονομάζω τον εαυτό μου δούλο; Επωφεληθείτε, επωφεληθείτε απ’ τη δουλεία μου επωφεληθείτε! Το ξέρετε πως κάποτε θα σας σκοτώσω; Δε θα σας σκοτώσω γιατί θα πάψω να σας αγαπώ ή θα σας ζηλεύω, μα έτσι – απλούστατα θα σας σκοτώσω, γιατί κάποτε με τραβάει κάτι να σας κατασπαράξω. Γελάτε...

- Δε γελώ καθόλου – είπε με θυμό – Σας διατάζω να σωπάσετε.

Σταμάτησε βαρυανασαίνοντας από οργή. Μα το θεό δεν ξέρω αν ήταν ωραία αλλά μ’ άρεσε πάντα να την κυττάζω σα σταματούσε μπροστά μου και για το λόγο τούτο ευχαριστιόμουνα συχνά να προκαλώ την οργή της. Μπορεί να το είχε προσέξει και θύμωνε επίτηδες. Της είπα αυτό που σκέφτηκα.

- Τί αισχος – φώναξε μ’ αποστροφή.

- Μου είναι αδιάφορο – εξακολούθησα – Ξέρετε ακόμα πως είναι επικίνδυνο να περπατούμε οι δυό μας: πολλές φορές με είχε καταλάβει μια ακαταμάχητη επιθυμία να σας χτυπήσω να σας παραμορφώσω να σας πνίξω. Και τι νομίζετε, δε θα φτάσουμε ως αυτού; Θα με κάνετε να φτάσω σε παροξυσμό. Λέτε να φοβάμαι το σκάνδαλο; Την οργή σας; Τι είναι για μένα ο θυμός σας; Αγαπώ χωρίς ελπίδα, και ξέρω πως έπειτα απ’ την πράξη αυτή θα σας αγαπώ χίλιες φορές περισσότερο. Αν καμιά φορά σας σκοτώσω θα πρέπει κι εγώ να σκοτωθώ. Κι όμως εγώ θ’ αργήσω όσο μπορώ να σκοτωθώ για να νιώσω αυτόν τον αβάσταχτο πόνο του χαμού σας. Ξέρετε κάτι απίστευτο: μέρα με τη μέρα σας αγαπώ περισσότερο , κι αυτό είναι σχεδόν ανυπόφορο. Πως ύστερα απ’ όλα αυτά να μην είμαι μοιρολάτρης; Θυμάστε τρεις μέρες πριν στο Σλάνγκεμπεργκ, σας ψιθύρισα αυτό που σείς προκαλέσατε: πέστε μια λέξη κι εγώ θα πέσω μέσα σ’ αυτό το βάραθρο. Αν είχατε πει αυτή τη λέξη θάχα πέσει τότε. Πως είναι δυνατόν να μην πιστεύετε πως θά ‘πεφτα;

- Τί κουτή φλυαρία! – φώναξε η Πολίνα.

- Δε με νοιάζει διόλου, αν είναι κουτή ή γνωστική – φώναξα. – Ξέρω μονάχα πως μπροστά σας έχω ανάγκη να μιλώ – κι εγώ μιλώ. Χάνω όλο μου τον εγωισμό μπροστά σας κι αυτό μου είναι αδιάφορο.

- Γιατί να σας ανάγκαζα να πέσετε στο Σλάνγκεμπεργκ; είπε κείνη ξερά. Αυτό θα ήτανε εντελώς ανώφελο για μένα.

- Θαυμάσια! Φώναξα, τόπατε επίτηδες αυτό το υπέροχο «ανώφελο», για να με πνίξετε. Σας βλέπω δα πέρα ως πέρα. Ανώφελο, λέτε; Μα η ευχαρίστηση πάντα είναι ωφέλιμη, και μια άγρια, απεριόριστη εξουσία, έστω και σε μια μύγα, είναι κι αυτή στο είδος της μια απόλαυση. Ο άνθρωπος είναι δεσπότης από φυσικού του κι αγαπάει να βασανίζει. Αυτό σας αρέσει φοβερά.


Μετάφραση από τα Ρώσικα: Αθηνά Σαραντίδη

Εκδόσεις: Γκοβόστη