Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2008

θ.σ. σταυρόπουλος...αμφίβιοι έρωτες

αποσπάσματα.

Ποίηση για την ποίηση

ΙΙ

Θα ’ρθουν ημέρες άλλες

Μεσ’ στο χειμώνα του γκρι, του μαύρου

Μέσα στη θλίψη της ζωής μας.

Χωρίζουν οι ώρες που βρισκόμαστε μαζί

γεννιούνται άλλες

γεννιούνται άλλα.

Άλλα κεφάλια

για τη ζωή μου αποφασίζουνε.

(είναι πιο τίμιο να κρύβεις την ποίηση

απ’ το να περιμένεις να στη θάψουν;)

~ ~ ~

Τμήμα χαράς Ι

Μια φυλακή για τον έρωτα, μια φυλακή που θα αψηφήσει τη «ροή και το κελάρισμα», κάτι μεταξύ εμένα κι εσένα, μια γρατζουνιά ουσίας, γδάρσιμο στην πλάτη που σχηματίζει γράμματα, ακόμα κι εκεί η έρμη η ποίηση, γοητευμένη «ρέει και κελαρίζει» μαζί με το αίμα, βαθύ κόκκινο, ζεστό, πεταμένο στις καμπύλες που μαζί ανιχνεύουμε, στις γραμμές της κοιλιάς σου, σ’ αυτό που φούντωνε για να παίζουν οι κύκνοι.

Τμήμα χαράς ΙΙ

Στο αγαπημένο πορτρέτο μου, εκείνο το γεμάτο πόνο και αίμα πορτρέτο του βασιλιά, ζωγραφίζω τη Μαρία να κλαίει κρατώντας στα χέρια της τον σταυρό.

Ύστερα κάνω έρωτα μπροστά τους.

Η Μαρία αναδύεται, ετοιμάζεται να γίνει

ψυχή και να φύγει.

Η ιδρωμένη γραμμή του καρπού μου σταματάει να πάλλεται. Σκουπίζω το πρόσωπό της, ενώ ταυτόχρονα μια άχρωμη κάμπια σέρνεται υπνοβατώντας στη στεγνή γλώσσα της.

~ ~ ~

Αμφίβιοι Έρωτες

(...Ο έρωτας είναι αμφίβιο, μπορεί και στη στεριά και στη θάλασσα. Απλά στη θάλασσα οι κίνδυνοι που θα έχει να αντιμετωπίσει πρέπει να είναι λιγότεροι...)

Αμφίβιοι Έρωτες Ι

...όταν πάψω να γοητεύω, τότε θα αρχίσω να πεθαίνω. Όταν αρχίσω να πεθαίνω τότε όλα θα γράφουν το όνομά μου, όλα θα μοιάζουν απόψεις ενός και μόνο ανθρώπου.

Θα είσαι εκεί και θα βλέπεις.

Αμφίβιοι Έρωτες ΙΙ

Έφυγες από το σώμα. Δε μετανόησες. Παρέμεινες ακατανόητος, ανξήγητος, μέσα από λέξεις σύμβολα, εγώ κι εσύ, κι η μεγαλύτερη διαφορά μας. Ποίηση για την ποίηση μου έλεγες. Ποίηση για το μαύρο σου απαντούσα.

Αμφίβιοι Έρωτες ΙΙΙ

Έπρεπε να συμβεί για να πάρεις τις οποιεσδήποτε προφυλάξεις. Έπρεπε να πιστέψεις. Γράφω ποιήματα πάντα. Φτιάχνω παγίδες, γεννάω φωτιές. Με τα χέρια μου πλάθω φέτες ομίχλης που σου κρύβουν το πρόσωπο. Δε θέλω να σε βλέπω. Δεν υπακούω. Μπαμπάκι τα σύννεφα που φυγαδεύω στο σώμα σου, ανοίγουν τα σκέλια σου για να ψηλαφίσω, να το ανακατέψω με αέρα και πύρινη λάσπη.

Δε θέλω να σε ξέρω. Πίσω από τα κλειστά σου μάτια δυο δάχτυλα σου δείχνουν το δρόμο.

Αγνόησέ τα.

Φιλοδώρησε τη νύχτα με μια σκέψη μόνο.

Ένα θηρίο είμαι.

Ένας μάγος.

Αμφίβιοι Έρωτες ΙV

Ο πόνος και η θλίψη βάραιναν το κορμί του χρόνου και η αληθινή αιτία της πλήξης βρισκόταν στα μηνύματα της εποχής. Ένα θήτα από θάνατο έτοιμο να ανακατέψει τους ρόλους. Είμουνα εκεί, υπήρχα μέσα σε τόσο κόσμο για να πενθήσω κι εγώ, να πονέσω και κάποια στιγμή εάν ήταν δυνατόν να κλάψω σκύβοντας το κεφάλι. Ο θάνατος είναι πολύ δύσκολο να γίνει συνείδηση, να ελπίσει σαν πίνακας στη γιορτή του Αυγούστου...

Και ύστερα ήρθε η στιγμή να δω το πρόσωπό μου μετά από τόσο καιρό στον καθρέφτη της αληθινής απραξίας, στο γυαλί της κόλασης. Είδα την υπερβολή μου, την αηδιαστική σχολαστικότητα και εμμονή μου, το ψεύτικο δάκρυ της μάνας λίγο πιο δίπλα από την ίδια την ποίηση.

Δεν υπακούω.

Δεν καθοριζω.

Αφήνομαι απροετοίμαστος αυτού που θα συμβεί, δίχως άλλο απλώνω το χέρι μου και σπρώχνω τον τοίχο μετανιώνοντας για τον τρόπο της πτήσης μου. Υπάρχει ελπίδα; Υπήρχε κάτι στην άκρη της ημέρας που να αγγίζει τον κόκκινο ήλιο;

Ποίηση για το μαύρο (δεύτερο βιβλίο)

(κάθε φορά που συναντώ τις λέξεις μου σ’ αυτόν εδώ το χώρο ακούω τον ίδιο πάντοτε κρότο. Τον κρότο της γυάλινης ψυχής εκείνου που έφυγε δίχως να το τολμήσει...)

4.

Φωτίζει τις σειρές, η ανάγκη που σε κάνει να με κυνηγάς στα αποσπάσματα του κορμιού σου. Αυτό που οι άλλοι έλεγαν έρωτα.

10.

Ο πόνος είναι ο οιωνός.

Η θλίψη είναι η φλέβα.

11.

Ο ποιητής καρφώθηκε.

Οι λέξεις βρίζουν το θεό.

Αγαπώ;

Αγαπώ ακόμα. Βγαίνω από εκεί.

Με το φόβο. Με το φόβο.

Με αυτό που αν δεν είναι λίγο μετά απ’ τον θάνατο,

είναι λίγο πριν από σένα.

15.

Ο μαύρος αέρας κυκλώνει τώρα τους ήλιους

- γοητευμένος αφήνω το κενό να

παρασύρει τους κρότους μου.

Πες αντίο.

Από τις Εκδόσεις Δωδώνη κάπου εκεί στο 1991.