Σάββατο, 7 Ιουλίου 2007

Under the Volcano...by Malcolm Lowry

Malcolm Lowry
Late of the Bowery
His prose was flowery
And often glowery
He lived, nightly, and drank, daily,
And died playing the ukulele.

("Epitaph")



«Νύχτα: γι' άλλη μια φορά η νυχτερινή πάλη με το θάνατο, οι δαιμονικές ορχήστρες στο δωμάτιο μου, το βύθισμα μέσα στον έντρομο ύπνο, οι φωνές έξω απ' το παράθυρο, το όνομα μου που το προφέρουν απανωτά και χλευαστικά φανταστικοί επισκέπτες, τα κύμβαλα του σκοταδιού. Σαν να μην έφταναν οι πραγματικοί θόρυβοι σ' αυτές τις νύχτες με το χρώμα των γκρίζων μαλλιών. Oχι σαν το σπαρακτικό πανδαιμόνιο των αμερικανικών πόλεων, που μοιάζει σα να ξεκολλάς τους επιδέσμους ενός ετοιμοθάνατου γίγαντα. Μα το αλύχτημα των αδέσποτων σκυλιών, το ολονύχτιο λάλημα των πετεινών, ο ήχος του τυμπάνου, το βογκητό που θα βρεθεί αργότερα σαν λευκά φτερά κουβαριασμένα σε τηλεγραφικά καλώδια στους πίσω κήπους ή πουλιά κουρνιασμένα στις μηλιές, όλος ο προαιώνιος ακοίμητος πόνος του Μεξικού. Oσο για μένα προτιμώ να σέρνω τη θλίψη μου σε παλιά μοναστήρια και να κρύβω την ενοχή μου στα ερημοκλήσια πίσω από βαριά παραπετάσματα και μέσα στις σπλαχνικές και εξώκοσμες καντίνας όπου μελαγχολικά ναυάγια και κουτσοί ζητιάνοι πίνουν την αυγή - μιαν αυγή που την κρύα ναρκισσένια ομορφιά της την ξαναβρίσκει κανείς στο θάνατο. Έτσι όταν έφυγες Υβόν, πήγα στην Οαχάκα. Δεν υπάρχει λέξη πιο λυπητερή απ' αυτήν. Να σου μιλήσω, Υβόν, για το φοβερό μου ταξίδι ως εκεί, πάνω στο σκληρό πάγκο ενός βαγονιού τρίτης θέσης που διέσχιζε την έρημο ακολουθώντας μια στενή σιδηροδρομική γραμμή, να σου πω για το παιδί που σώσαμε η μάνα του κι εγώ τρίβοντας του τη κοιλιά με τεκίλα από τη μποτίλια μου ή για το πως, όταν μπήκα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου κάποτε ζήσαμε ευτυχισμένοι, το μακέλεμα που γινόταν κάτω στη κουζίνα μ' έβγαλε πάλι έξω στο εξοντωτικό φως του δρόμου και πως αργότερα τη νύχτα είδα ένα γύπα καθισμένο στη λεκάνη του νιπτήρα! Φρίκη που δε μετριέται, πέρα από τ' ανθρώπινα! Όχι, τα μυστικά μου είναι του τάφου, και δε λέγονται. Έτσι καμιά φορά βλέπω τον εαυτό μου σαν ένα μεγάλο εξερευνητή που ανακάλυψε κάποια μαγική χώρα μα που δε μπορεί να γυρίσει πίσω για να χαρίσει στο κόσμο τη γνώση του: το όνομα πάντως της χώρας είναι κόλαση.
Φυσικά δε βρίσκεται μέσα στο Μεξικό μα μέσα στη καρδιά. Και σήμερα βρισκόμουν στην Κουαουναουάκ, όπως συνήθως, όταν έλαβα από το δικηγόρο μου τα νέα για το διαζύγιο μας. Δίκαιη τιμωρία. Έλαβα κι άλλα νέα: η Αγγλία διακόπτει τις διπλωματικές της σχέσεις με το Μεξικό και όλοι οι πρόξενοι της - όσοι είναι άγγλοι βέβαια - ανακαλούνται στη πατρίδα. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι καλοί και τίμιοι άνθρωποι που το όνομα τους φαντάζομαι πως το διασύρω εγώ. Δε θα γυρίσω στη πατρίδα μαζί τους. Ίσως γυρίσω στη πατρίδα, μα όχι στην Αγγλία, όχι σ' αυτήν. Έτσι γύρω στα μεσάνυχτα πήγα με τη πλύμουθ στο Τομαλίν να δω τον Τλαξκλανό φίλο μου τον κοκορομάχο Σερβάντες, στο Σαλόν Οφέλια. Κι από εκεί ήρθα στο Φαρολίτο στο Παριάν όπου κάθομαι τώρα στις τεσσεράμισι το πρωί σ' ένα παράμερο δωματιάκι πίνοντας ochas και mescal και γράφοντας σου αυτό εδώ το γράμμα στο επιστολόχαρτο της Μπέλα Βίστα που έκλεψα τις προάλλες, ίσως γιατί δεν αντέχω να βλέπω το χαρτί αλληλογραφίας του προξενείου που θυμίζει τάφο. Νομίζω πως έχω γνωρίσει καλά το σωματικό πόνο. Μα τούτο δω είναι το χειρότερο απ' όλα, να νιώθεις τη ψυχή σου να πεθαίνει. Αναρωτιέμαι αν γι' αυτό νιώθω τούτη τη στιγμή ένα είδος γαληνής, επειδή απόψε η ψυχή μου πέθανε πραγματικά. H μήπως γιατί μέσα απ' την ίδια τη καρδιά της κόλασης περνάει ένα μονοπάτι, όπως το 'ξερε πολύ καλά ο Μπλέηκ, κι ενώ δεν το έχω πάρει ίσως, το τελευταίο καιρό μπόρεσα να το δω στα όνειρα μου; Τέτοια είναι η περίεργη επίδραση που είχαν πάνω μου τα νέα του δικηγόρου. Βλέπω τώρα ανάμεσα στο μεσκάλ, το μονοπάτι αυτό και πιο πέρα παράξενα τοπία, σαν οράματα μιας νέας ζωής που μπορεί κάποτε να ζήσουμε μαζί. Μας βλέπω να ζούμε κάπου, σε μια βόρεια χώρα με βουνά και λόφους και γαλάζια νερά. Το σπίτι μας είναι χτισμένο σ' ένα μικρό κόλπο κι ένα βράδυ στεκόμαστε ευτυχισμένοι ο ένα πλάι στον άλλο, στο μπαλκόνι του σπιτιού μας, κοιτάζοντας το νερό. Πέρα μακριά φαίνονται κάτι πριονιστήρια μισοκρυμμένα από τα δέντρα και κάτω από τους λόφους, στην άλλη πλευρά του κόλπου, κάτι που μοιάζει με διυλιστήριο, μόνο κάπως θαμπό και ωραιοποιημένο από την απόσταση.
Είναι μια γαλάζια καλοκαιριάτικη βραδιά χωρίς φεγγάρι. Αργά όμως, γύρω στις δέκα ίσως, με την Αφροδίτη να ξεχωρίζει φωτεινή στον ανοιχτόχρωμο ουρανό, κι έτσι λέω πως είμαστε σίγουρα κάπου στα βόρεια και στεκόμαστε σ' αυτό το μπαλκόνι, όταν πέρα μακριά στην ακτή ακούγεται το μουγκρητό ενός ατελείωτου φορτηγού τρένου με πολλές μηχανές, μουγκρητό που φτάνει ως εμάς γιατί αν και μας χωρίζει απ' αυτό μια πλατιά λωρίδα νερού, το τρένο τρέχει προς τα ανατολικά κι ο άστατος άνεμος έχει γυρίσει τη στιγμή αυτή στο λεβάντε κι εμείς κοιτάμε στην ανατολή, σαν τους αγγέλους του Σβέντεμποργκ κάτω από ένα ουρανό κατακάθαρο, όπου μόνο στα βορειοανατολικά, πέρα από τα μακρινά βουνά με τη ξεθωριασμένη πορφύρα, ορθώνεται ένας όγκος από κατάλευκα σχεδόν σύννεφα που ξαφνικά, όμοια με μια φωτισμένη αλαβάστρινη λάμπα, φωτίζονται από μέσα με μια χρυσή αστραπή κι ωστόσο δεν ακούγεται καμία βροντή μόνο το μουγκρητό του μεγάλου τρένου με τις μηχανές του και τη δυνατή πολλαπλή του ηχώ, καθώς προχωρεί από τους λόφους στα βουνά: και ξαφνικά ένα ψαράδικο με ψηλά ξάρτια στρίβει με ταχύτητα τον κάβο, σαν λευκή καμηλοπάρδαλη, γοργοτάξιδο και μεγαλόπρεπο, αφήνοντας πίσω του ένα ασημένιο δαντελωτό αυλάκι, κι ενώ στην αρχή δε φαίνεται ν' αλλάζει ρότα, κόβει τώρα σταθερά προς το μέρος μας, στέλνοντας το σγουρό ασημένιο κύμα του πρώτα να χτυπήσει στη μακρινή ακτή και μετά ν' απλωθεί σε όλη τη καμπύλη της αμμουδιάς μας, ενώ το βούισμα κι ο κρότος της μηχανής του ολοένα πλησιάζει κι ενώνεται με το μουγκρητό του τρένου που ξεμακραίνει αντηχώντας τώρα στην αμμουδιά μας, ενώ οι σχεδίες, γιατί υπάρχουν σχεδίες ξυλείας, σκαμπανεβάζουν μαζί, κι όλα κλυδωνίζονται, αναταράζονται, αναδεύονται, και ταλαντεύονται όμορφα μέσα σ' αυτό το κυματιστό λείο, ασημί, και μετά σιγά σιγά όλα γαληνεύουν ξανά και βλέπεις το καθρέφτισμα των μακρινών σύννεφων της θύελλας μέσα στο νερό, και τώρα την αστραπή μέσα στο λευκό νεφέλωμα στα βαθιά νερά καθώς το ψαράδικο, με το χρυσό σιρίτι από τα φώτα πλεύσης του να καθρεφτίζεται στο ασημένιο αυλάκι, χάνεται στον άλλο κάβο - σιωπή και πάλι, ξανά μέσα στα λευκά, κατάλευκα και μακρινά αλαβάστρινα σύννεφα, πέρα απ' τα βουνά, η μοναχική χρυσή αστραπή, μέσα στο γαλάζιο βράδυ, απόκοσμη..... Και καθώς στεκόμαστε εκεί και κοιτάζουμε, έρχεται ξαφνικά το κύμα ενός άλλου αόρατου καραβιού, σαν μια μεγάλη ρόδα, με τις τεράστιες αχτίνες της να γυρίζουν αργά στα νερά του κόλπου - (Κάμποσα μεσκάλ αργότερα).
Από το Δεκέμβρη του 1937 που έφυγες εσύ, κι είναι τώρα, όπως μαθαίνω, άνοιξη του 1938, πάλεψα απεγνωσμένα ενάντια στην αγάπη μου για σένα. Δεν τολμούσα να της παραδοθώ. Κρατήθηκα από κάθε ρίζα και κλαδί που θα με βοηθούσε να διαβώ μόνος μου αυτή την άβυσσο της ζωής μου, μα δε μπορώ πια να ξεγελώ τον εαυτό μου. Για να επιζήσω χρειάζομαι τη βοήθεια σου. Αλλιώς αργά ή γρήγορα θα χαθώ. Α, αν μου είχες αφήσει τουλάχιστον κάτι στη θύμηση να σε μισήσω τελειωτικά, τόσο που καμιά καλή σκέψη για σένα να μη με αγγίζει σ' αυτό το φοβερό τόπο που σέρνομαι! Αντί γι' αυτό μου έστειλες αυτά τα γράμματα. Και μια και μιλάμε γι' αυτά, γιατί έστειλες τα πρώτα στη Γουέλς Φάργκο, στο Μέξικο Σίτυ; Είναι δυνατό να μη κατάλαβες πως ήμουν ακόμη εδώ; H πως , κι αν ήμουνα στην Οαχάκα, η Κουαουαναούκ είναι πάντα η βάση μου; Πολύ παράξενο. Άλλωστε ήταν τόσο εύκολο να το διαπιστώσεις. Κι ακόμη αν μου είχες γράψει ΑΜΕΣΩΣ, ίσως να ήταν διαφορετικά - να μου έστελνες έστω και μια κάρτα, κάτι βγαλμένο απ' την κοινή αγωνία του χωρισμού μας, κάτι που να απευθύνεται μόνο σε ΜΑΣ και παρ' όλα όσα είχαν γίνει, να βάζει τέλος σ' αυτόν το παραλογισμό αμέσως - με κάποιον τρόπο, όποιο και να 'τανε - και να λέει πως αγαπιόμαστε, κάτι, ένα τηλεγράφημα, τι απλό! Περίμενες όμως πάρα πολύ- ή έτσι φαίνεται τώρα, ως μετά τα Χριστούγεννα - τα Χριστούγεννα! - και την πρωτοχρονιά κι ύστερα αυτό που έστειλες δε μπορούσα να το διαβάσω. Oχι: δε βρέθηκα ούτε μια φορά λεύτερος από την αγωνία ή αρκετά ξεμέθυστος έτσι για να καταλάβω κάτι παραπάνω από το γενικό ύφος αυτών των γραμμάτων. Μπορούσα όμως, μπορώ να τ' αγγίξω. Νομίζω πως έχω πάντα μερικά πάνω μου. Να τα διαβάσω όμως δε το αντέχω, έχει περάσει πολύς καιρός. Δε θα προσπαθήσω τώρα. Δε μπορώ να τα διαβάσω. Μου ραγίζουν τη καρδιά. Έτσι κι αλλιώς ήρθαν πολύ αργά. Και τώρα φαντάζομαι, δε θα υπάρξουν άλλα. Αλίμονο, γιατί δε προσποιήθηκα τουλάχιστον πως τα διάβασα, γιατί δε θεώρησα σαν ένα δείγμα υποχώρησης το γεγονός πως στάλθηκαν και γιατί δεν έστειλα ένα τηλεγράφημα ή δυο λόγια αμέσως; Αχ, γιατί, γιατί, γιατί; Φαντάζομαι πως θα γύριζες αν σου το ζητούσα τότε, δε είναι έτσι; Αυτή είναι όμως η ζωή στη κόλαση. Δε μπορούσα, δε μπορώ να στο ζητήσω. Έχω σταθεί ώρες ολόκληρες εδώ και στο Μέξικο Σίτυ, στην Compania Telegrafica Mexicana και στην Οαχάκα, τρέμοντας και ιδρώνοντας στα ταχυδρομικά γραφεία, γράφοντας τηλεγραφήματα όλο το απόγευμα, όταν είχα πιει αρκετά ώστε να είναι σταθερό το χέρι μου, χωρίς να στείλω ποτέ κανένα. Και μια φορά βρήκα έναν τηλεφωνικό αριθμό σου και σε κάλεσα υπεραστικό στο Λος Aντζελες μα δεν ήσουν εκεί. Και μια άλλη φορά χάλασε το τηλέφωνο. Τότε γιατί δεν έρχομαι εγώ στην Αμερική; Είμαι πολύ άρρωστος για να ασχοληθώ με τα εισιτήρια, για ν' αντέξω το θολό παραλήρημα των απέραντων κι έρημων πεδιάδων με τους κάκτους. Και γιατί να πάω να πεθάνω στην Αμερική; Iσως δε θα μ' ένοιαζε να με θάψουν στις Ηνωμένες πολιτείες. Μα νομίζω πως προτιμάω να πεθάνω στο Μεξικό.
Στο μεταξύ με φαντάζεσαι ακόμα να δουλεύω το βιβλίο, να προσπαθώ ακόμα να απαντήσω σε ερωτήματα σαν το: Υπάρχει άραγε κάποια ύστατη πραγματικότητα, εξωτερική, συνειδητή και παντοτινή κλπ, κλπ. που μπορεί να κατανοηθεί με τρόπους παραδεκτούς σε όλες τις θρησκείες και τις πίστεις και κατάλληλη για όλες τις χώρες και τους τόπους; H με φαντάζεσαι ανάμεσα στο Eλεος και την Κατανόηση, ανάμεσα στο Τσέζεντ και στο Μπινάχ (ακόμα όμως στο Τσέζεντ) - σε μια ισορροπία, και η ισορροπία είναι το παν - πάντα ασταθή, να ταλαντεύομαι, να παραπατάω πάνω από το φοβερό αγεφύρωτο κενό, στο ανεπίτρεπτο μονοπάτι της αστραπής του θεού προς το θεό; Σα να ήμουνα ποτέ στο Τσέζεντ! Μάλλον στο Κλίποθ. Oταν θα 'πρεπε να γράφω βιβλία με ακατανόητους στίχους και με τίτλους όπως, ο θρίαμβος του Χάμπτυ Ντάμπτυ ή η μύτη με το Φωτεινό Φλουρί! Η στη καλύτερη περίπτωση, σαν το Κλέαρ <<να πλέκω φοβερά οράματα>>…Eνας αποτυχημένος ποιητής μέσα στον κάθε άνθρωπο! Αν και είναι καλή ιδέα, όπως έχουν τα πράγματα, να καμώνεται τουλάχιστον κανείς πως δουλεύει το μεγαλεπήβολο έργο του πάνω στη <<Μυστική Γνώση>> γιατί άμα δε δημοσιευτεί ποτέ θα μπορεί πάντα να λέει πως η εξήγηση βρίσκεται στο τίτλο.
- Αλίμονο όμως για τον Ιππότη της Ελεεινής Μορφής! Γιατί Υβόν, με κυνηγάει τόσο ασταμάτητα η σκέψη των τραγουδιών σου, η ζεστασιά και το κέφι σου, η απλότητα και η συντροφικότητα σου, οι χίλιες δυο ικανότητες σου σε όλα τα πράγματα, η φωτεινή ψυχή σου η ακαταστασία σου και η εξίσου υπερβολική τάξη σου - τα γλυκά πρώτα βήματα του γάμου μας. Θυμάσαι το τραγούδι του Στράους που τραγουδούσαμε; Μια φορά το χρόνο οι νεκροί ζούνε για μια μέρα. Ω , γύρισε πάλι κοντά μου όπως κάποτε το Μάη. Οι κήποι της Χενεραλίφε και οι κήποι της Αλάμπρα. Και οι σκιές της μοίρας μας όταν ανταμώσαμε στην Ισπανία. Το χολιγουντιανό μπαρ στη Γρανάδα. Γιατί χολιγουντιανό; Και το γυναικείο μοναστήρι: γιατί στο Λος Aντζελες; Και στη Μαλάγκα, η Πενσιόν Μεξικό. Τίποτα δε μπορεί ν' αντικαταστήσει αυτό το σμίξιμο που ζήσαμε κάποτε, και που πρέπει ακόμα να υπάρχει κάπου, μόνο ο θεός ξέρει που. Που το ζήσαμε ακόμα και στο Παρίσι - πριν να έρθει ο Χιού. Είναι κι αυτό ψευδαίσθηση; Άρχισα πάλι τα παράπονα και τις κλάψες. Μα κανείς δεν μπορεί να πάρει τη θέση σου. Τώρα πια ξέρω καλά, και γελάω γράφοντας το αυτό, αν σ' αγαπώ ή όχι...Μερικές φορές με πιάνει ένα αλλόκοτο συναίσθημα. Μια απελπισμένη παράξενη ζήλια που όταν βαραίνει με το πιοτό, γίνεται επιθυμία να καταστρέψω τον εαυτό μου με την ίδια μου τη φαντασία - για να μη με καταβροχθίσουν - τα φαντάσματα –

( Κάμποσα <<μεσκαλίτος>> αργότερα, ξημέρωμα στο Φαρολίτο)...Ο χρόνος είναι γιατρός κομπογιαννίτης, έτσι κι αλλιώς. Πως είναι δυνατό να διανοηθεί κανείς ότι μπορεί να μου μιλήσει για σένα; Δε φαντάζεσαι τη θλίψη της ζωής μου. Κυνηγημένος στον ύπνο και στον ξύπνιο από τη σκέψη πως μπορείς να έχεις ανάγκη τη βοήθεια μου, που δε μπορώ να σου δώσω, όπως έχω εγώ την ανάγκη τη δική σου βοήθεια που δε μπορείς να τη δώσεις, με τη μορφή σου πάντα μπροστά μου, σε οράματα και σ' όλες τις σκιές, έφτασα να γράψω αυτό το γράμμα, που δε θα το στείλω ποτέ, να σε ρωτήσω τι μπορούμε να κάνουμε. Δεν είναι αφάνταστο αυτό; Κι ωστόσο - δεν είναι αλήθεια πως το χρωστάμε στον εαυτό μας, σ' αυτό τον εαυτό που δημιουργήσαμε έξω από μας τους ίδιους, να δοκιμάσουμε ξανά; Αλίμονο, τι έγινε όλη αυτή η αγάπη και η κατανόηση που είχαμε κάποτε! Ποια θα είναι η τύχη της - τι θα συμβεί στις καρδιές μας; Η αγάπη είναι το μόνο πράγμα που δίνει νόημα στη φτωχή μας ζωή πάνω στη γη: όχι και πολύ πρωτότυπη ανακάλυψη, φοβάμαι. Θα νομίσεις πως είμαι τρελός, σκέψου όμως πως με τον ίδιο τρόπο πίνω, σα να 'παιρνα μια αιώνια μετάληψη. Ω! Υβόν, δε πρέπει ν' αφήσουμε ότι δημιουργήσαμε να βυθιστεί στη λησμονιά μ' ένα τέτοιο θλιβερό τρόπο –
Σήκωσε τα μάτια σου στους λόφους, νομίζω πως ακούω να μου λέει μια φωνή. Καμιά φορά όταν βλέπω το μικρό κόκκινο ταχυδρομικό αεροπλάνο να έρχεται από το Ακαπούλκο στις εφτά το πρωί πετώντας πάνω από τους ξένους λόφους, ή μάλλον όταν το ακούω καθώς κείτομαι τρέμοντας και σπαρταρώντας και αργοπεθαίνοντας στο κρεβάτι ( όταν βρίσκομαι στο κρεβάτι αυτή την ώρα ) - ένα σιγανό βούισμα, φευγαλέο - καθώς απλώνω παραμιλώντας το χέρι μου να πιάσω το ποτήρι με το μεσκάλ το ποτό που ποτέ δε θα μπορέσω να πιστέψω, ακόμα κι όταν το φέρνω στα χείλη μου, πως είναι πραγματικό, έχοντας φροντίσει με εκπληκτική προβλεπτικότητα να το βάλω αποβραδίς πλάι στο κρεβάτι, φαντάζομαι πως είσαι μέσα σ' αυτό το αεροπλάνο που περνάει κάθε πρωί και πως έρχεσαι να με σώσεις. Μετά, το πρωινό διαβαίνει κι εσύ δεν έχεις έρθει. Μα όλο προσεύχομαι γι' αυτό, ω, πόσο παρακαλώ να έρθεις. Δε ξέρω βέβαια γιατί από το Ακαπούλκο. Μα για τ' όνομα του θεού, Υβόν, άκουσε με, δεν έχω άλλη αντοχή, αυτή τη στιγμή δεν έχω άλλη - και να το αεροπλάνο που περνάει, το άκουσα από μακριά και μετά, για μια στιγμή, πάνω απ' το Τομαλίν - γύρνα πίσω, γύρνα πίσω. Θα σταματήσω το πιοτό, κι ότι άλλο θελήσεις. Χωρίς εσένα πεθαίνω. Για τ' όνομα του θεού, Υβόν, γύρνα πίσω σε μένα, άκουσε με, είναι μια κραυγή, γύρνα πίσω σε μένα, Υβόν, έστω και για μια μέρα.....»


Το σπαρακτικό γράμμα του πρόξενου προς την Υβόν


Μετάφραση: Μαρίνα Λώμη